Κτηματολόγιο – Cadastre

αποδεικτικό σηµείο = witness mark

αποτύπωση (1ης τάξης) = (class I) survey

αποτύπωση επαναπροσδιορισµού = redefinition survey

αρχικό γεωτεµάχιο = primary parcel

γεωτεµάχιο = parcel

Γραφείο Εγγραφής Τίτλων = Land Titles Office

καθορισµένο χαρακτηριστικό γνώρισµα = definite feature

Κτηματολογικό Γραφείο = Cadastral Office

κτηματολογικά φύλλα = cadastral records

μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο … = has been entered into the conveyance records of the Land Registry of …

όριο αρχικού γεωτεµαχίου = primary parcel boundary

σύνθετο σχέδιο – compiled plan

τοπογραφικό διάγραµµα = topographic plan

υπολογισµένο σχέδιο = computed plan

 

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου και του εν γένει περιεχομένου του ιστολογίου Greek Law in English σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως προτεινόμενος τρόπος μετάφρασης των εν λόγω εκφράσεων χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.

Advertisements
Posted in Uncategorized

Μετάφραση Επισημείωσης από ελληνικά σε αγγλικά – Apostille translation from Greek to English

Apostille – Επισημείωση

Hague Convention of 5 October 1961

Σύμβαση της Χάγης της 5 Οκτωβρίου 1961

1.Χώρα

Country

Το παρόν δημόσιο έγγραφο

This public document

2. έχει υπογραφεί από

has been signed by

3. που ενήργησε με την ιδιότητα του/της

acting in the capacity of

4. φέρει τη σφραγίδα / επίσημα

bears the seal / stamp of the

Η βεβαίωση χορηγείται / Certified

  1. (τόπος) (place)                                 6. (ημερομηνία) (date)

7. από

by

8. με αριθμό

under number

9. Σφραγίδα / επίσημα                                           10.          Υπογραφή

Seal / Stamp                                                                      Signature

 

 

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου και του εν γένει περιεχομένου του ιστολογίου Greek Law in English σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως προτεινόμενος τρόπος μετάφρασης των εν λόγω εκφράσεων χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.

Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – CRIMINAL LAW TERMS

ανακριτής = examining magistrate

αντικειμενική υπόσταση = constituent elements of the offence

αξιολογική κρίση = value judgment

απευθείας κλήση = direct summons

απολογητικό υπόμνημα = defence statement

Αριθμός Βιβλίου Εισερχομένων (ABE) = Entries Registration Number

Αριθμός Βιβλίου Κλήσεων (Αρ. Βιβλίου Κλήσεων, Αρ. Β. Κλ.) = Summons Registry No

Αριθμός Βιβλίου Μηνύσεων (ΑΒΜ) = Criminal Complaints Registry

Αριθμός Βιβλίου Ωρίμων (ΑΒΩ) = Established Cases Registry

αυτεπάγγελτη δίωξη = prosecution ex officio

αυτοδικία = relf-redress

αυτουργός = principal

βούλευμα = writ

δικάζει ερήμην = (to) try in absentia / tried in absentia

δέσμευση ρευστών διαθεσίμων (βλ. Καν. (ΕΚ) 1889/2005) = detention of cash (see Reg. (EC) 1889/2005)

δόλος = wilful conduct (dolus)

εγκαλών = complainant

εικονικό τιμολόγιο = false invoice (fictitious)

ελαφρυντικές περιστάσεις = mitigating circumstances

έμπρακτη μετάνοια = repentance

εν είδει ανταμοιβής = by way of amends

ένορκη κατάθεση = sworn testimony

εξύβριση = insult

επίδικα (έργα κλπ) = disputed (works, etc.)

επίμαχα (τιμολόγια κλπ) = (invoices, etc.) at issue / concerned

ηθικός αυτουργός = instigator

ιδιοποίηση = misappropriation

κλήση = summons

κλήση προς απολογία = notice for answer, notice to answer the charges

μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος = whistleblower

νομιμοποίηση χρημάτων από παράνομες δραστηριότητες = money laundering

παραπομπή/να παραπεμφθεί σε δίκη = (to be) committed to stand trial

περιουσιακό όφελος = profit

πλαστό τιμολόγιο = fake invoice

ποινικά κολάσιμη πράξη = criminally punitive act

ποινική δίωξη ή έκτιση ποινής φυλάκισης = criminal prosecution or custodial sentence

πολιτική αγωγή = civil action

πολιτικώς ενάγων = civil claimant

προανάκριση =

προκαταρκτική εξέταση = preliminary enquiry, preliminary examination

συκοφαντική δυσφήμηση = defamation of character, libellous defamation, slanderous defamation

συναυτουργός = accomplice

(άμεσος) συνεργός = (direct) accessory

(έμμεσος) συνεργός = (simple) accessory

Συμβούλιο Αρείου Πάγου = Council of Supreme Court Judges

Συμβούλιο Εφετών = Council of Appeal Court Judges

Συμβούλιο Πλημμελειοδικών = Council of Misdemeanours Judges

Τμήμα Ποινικού Μητρώου & Απονομή Χάριτος = Division of Criminal Records & Pardons

τιμωρείται με φυλάκιση = shall be liable to imprisonment for a term (not exceeding / of at least)

Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών = Athens Three-Member Appeal Court of Felonies

υπεξαίρεση = embezzlement

υπαίτιος = person liable

 

 

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου και του εν γένει περιεχομένου του ιστολογίου Greek Law in English σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως προτεινόμενος τρόπος μετάφρασης των εν λόγω εκφράσεων χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.

Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ & ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – SOCIAL SECURITY & LABOUR LAW TERMS

αναπληρωματική ανάπαυση (ρεπό) = compensatory rest

ΑΜΕ – Αριθμός Μητρώου Εργοδότη = Employer’s Registration Number

Ατομικός Ηλεκτρονικός Φάκελος Υγείας (ΑΗΦΥ) = electronic personal health record

αναδοχή = foster care

αναλυτικό καθολικό = subsidiary ledger

ανοικτές δομές φιλοξενίας προσφύγων = open refugee hosting structures

ανοιχτή συζήτηση = panel discussion

(μη) ανταποδοτικού χαρακτήρα = of (non) contributory type

αποδοχές αδείας = holiday pay

αποκατάσταση της ικανότητας των ατόμων = to re-establish the capacity of individuals

αποτελούν χρόνο απασχόλησης = they are included in working time

αργία υπαλλήλου = compulsory suspension

ασφαλιστικός φορέας = insurance body, insurance agency

ατομική επιχείρηση = sole proprietorship

βαρδιολόγιο = shift management

βοηθήματα γάμου = wedding aids

βραβεία αριστείας = awards of excellence

Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) = Hellenic Confederation of Professionals, Craftsmen & Merchants (GSEVEE)

γεωρικές εργασίες = farming activities

διαδικασία αντιπαράθεσης = contradictory procedure

διαθεσιμότητα = temporary suspension

διαρκείς αδυναμίες = persisting weaknesses

διατροφή (συζύγου) = alimony (US) / maintenance (UK)

διατροφή (παιδιού) = child support

διαχειριστικές αρχές = managing authorities

διαχρονικά = over time

διευκολυντές = facilitators

δικαιούχος = beneficiary

δικαίωμα αδείας = entitlement to annual leave

δοκιμαστική περίοδος = probation, probationary period

Δωροεπιταγές = gift certificates

Εθνικό Κέντρο Επαφής = National Contact Point (NCP)

εθνικό σύστημα υγείας = national health system

εκ περιτροπής = in rotation

ΕΚΑΣ  = Pensioners’ Social Solidarity Allowance

έκτακτες παροχές = bonuses

εκτοπισμένοι πρόσφυγες = displaced refugees

ελεύθερα επαγγέλματα = liberal professions

εμπορικές επιχειρήσεις = commercial enterprises

εναλλαγή προσωπικού στις βάρδιες = rotating shifts

ενιαία παροχή = flat-rate benefit

Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) = Unified Auxiliary Social Security and Lump Sum Benefits Fund (ETEAEP)

έξοδος (εργαζομένου) = outflow

εξωιδρυματικό επίδομα = extra-institutional benefit

επιγραμμική καταχώρηση δεδομένων = online data entry

επίδομα = allowance / benefit

επίδομα αδείας = holiday allowance

επίδομα ανάδοχης φροντίδας = foster care benefit (allowance)

επίδομα ανεργίας = unemployment benefit (allowance)

επίδομα ειδικών συνθηκών = allowance for special conditions

επίδομα ενοικίου = rental allowance

επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης = vocational training allowance

επίδομα επιστημονικής κατάρτισης = scientific training allowance

επίδομα θέρμανσης = heating allowance

επίδομα στεγαστικής συνδρομής = housing assistance benefit

επίδομα τόκων στεγαστικού δανείου = support for mortgage interest

επιδοματική ενίσχυση = benefit support

επιλέξιμος / επιλεξιμότητα = eligible / eligibility

επιμέρους υπηρεσίες = individual services

επιτελική ομάδα = task force

επιτελικό όργανο = executing body

επιτελικός ρόλος = key role

εργαζόμενος = worker

εργόσημο = labour ticket

εστίες καινοτομίας = hotbeds of innovation

έτη ασφάλισης = number of years insured

Ευρωζώνη = euro area

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) = European Economic and Social Committee (EESC)

Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Διαλειτουργικότητας (ΕΠΔ) = European Interoperability Framework (EIF)

Ευρωπαϊκό Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων = EBF

εφάπαξ βοήθημα = one-off aid

εφάπαξ καταβολή = one-off payment

εφαρμόζεται = to run [π.χ. το πρόγραμμα θα εφαρμοστεί για 1 χρόνο = the program will run for one year]

ηλεκτρονική συνταγογράφηση = e-prescription (electronic prescribing, e-prescribing)

ηλικιωμένοι = the elderly

ημέρες αναπαύσεως/ανάπαυσης = rest days

ημερομίσθιο = wage

θέση σε διαθεσιμότητα = to put on suspension

θεωρημένο (προσηκόντως/δεόντως, νομίμως) έντυπο = (duly, legally) endorsed form

ιδιαιτερότητες του θεσμικού πλαισίου = specificities of the institutional framework

κάλυψη νοσοκομειακής και εξωνοσοκομειακής περίθαλψης = coverage of hospital and outpatient care

κανονισμός εργασίας = labour regulation

κατά περίπτωση = as appropriate

κατ’ οίκον επισκέψεις = on-site visits

κατηγοριακά προγράμματα = categorical schemes

ΚΕΠ Αλλοδαπών (ΚΕΠΑ) = Expatriated Greek Citizen Service Centre (KEPA)

κίνδυνος κοινωνικού αποκλεισμού = at risk of social exclusion

κινητικώς ανάπηροι = people with motor disabilities

κοινωνία των πολιτών = civil society

κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς = inclusive society

Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης (K.E.A) = Social Solidarity Income (SSI)

κοινωνικός αποκλεισμός = social exclusion

κοινωνική αντίληψη και αλληλεγγύη = social assistance and solidarity

κοινωνική μέριμνα και προστασία = social care and protection

κοινωνική πρόνοια = social welfare

(πρόγραμμα) κοινωφελούς εργασίας = charity work program

κύρια και επικουρική σύνταξη = main and supplementary pension

λειτουργικά στελέχη = operating managers

με στόχο τη διασφάλιση = with a view to ensuring

με τη μορφή = in the form of

μετάπτωση στοιχείων = data migration

μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης = measures of tax relief

μισθολογικά κλιμάκια = wage scale

μισθολογική εξέλιξη = wage progression

μισθωτός = salaried employee

νοικοκυριά ορεινών περιοχών = households in mountainous areas

νοικοκυριά μειονεκτικών περιοχών = households in less-favoured areas

νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα = public benefit purpose legal entity of private law

νόμιμο ωράριο = statutory working hours

Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) = Economic and Social Committee (ESC)

οικονομική ενίσχυση (τακτική/έκτακτη) = financial support (regular/extraordinary)

οικονομικοί φορείς = economic operators

Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (ΟΠΣ) = Integrated Information System (IIS) [Management Information System (MIS)]

οργανικές μονάδες = organisational units

όρια της φτώχειας = poverty line

παροχές εισοδηματικής ενίσχυσης = income support benefits

παροχές σε είδος = benefits in kind

παροχές σε χρήμα = cash benefits

παροχή = benefit

παροχή δωρεάν υπηρεσιών = provision of free services

πελατειακές σχέσεις = patronage

ΠΕΠΑΕ – Πράξη Επιβολής Προστίμου Ακαταχώριστων Εργαζομένων = Fine for Unregistered Workers

κοινωνική πολιτειότητα = social citizenship

μίσθωση ή σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών = (independent) services agreement

πολυνομία = overregulation

πραγματικό εισόδημα = actual income

προγραμματικές συμβάσεις = programmatic agreements

προκλητή ζήτηση = obscenely large demand

προνοιακά επιδόματα = welfare benefits

Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης (Π.ΚΕ.Κ.) Αλλοδαπών = Pre-removal detention centres

στάση εργασίας = work stoppage

στέγαση = housing

συγκριτική αξιολόγηση = benchmarking

συζήτηση ειδημόνων = expert talks

συνάντηση εργασίας = working meeting

συνδρομή = assistance

σύνθετες δημογραφικές παροχές = composite demographic benefits

σύνταξη λόγω αναπηρίας = disability pension

σύνταξη λόγω γήρατος = age pension

Σύστημα Διοικητικής Πληροφόρησης (ΣΔΠ) = Management Information System (MIS)

σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας = social security and welfare system

Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας = Internal Security Fund, ISF

ταμείο κύριας ασφάλισης = main insurance fund

τακτικές αποδοχές = regular earnings

Τοπική Μονάδα Υγείας (ΤΟΜΥ) = Local Health Unit

τροφείο (διατακτική σίτισης) = food voucher

υπάλληλος = employee

υπερήλικες = senior citizens

υπερεργασία = compulsory overtime

υπερωρία = overtime

υπηρεσίες πεδίου = field services

υποχρεωτική αποχή (γυναικών εργαζομένων/υπαλλήλων από την εργασία) = compulsory absence (of female workers/employees from work)

φορέας υλοποίησης = implementing body / promoter

φροντίδα ατόμων = providing care to persons χορήγηση παροχών = granting benefits

φροντιστής = caregiver

χρονοεπίδομα = seniority allowance

χρόνος κανονικής απασχόλησης = normal working time

χρόνος υπηρεσίας = length of service

ωρομίσθιο = hourly wage, hourly pay

ωφελούμενη μονάδα = recipient unit

 

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου και του εν γένει περιεχομένου του ιστολογίου Greek Law in English σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως προτεινόμενος τρόπος μετάφρασης των εν λόγω εκφράσεων χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.

Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – TAX LAW TERMS

άγαμος = unmarried

άδεια της αρμόδιας αρχής = permit from the competent authority

ανήλικο τέκνο = minor child

ανήλικα ορφανά από πατέρα και μητέρα = minor orphans with father and mother dead

ανιών = ascendant

αντικειμενικές δαπάνες = objective expenditure (expenses)

αντικειμενική αξία = (tax) assessed value

αντιστάθμισμα = offset

αντισταθμιστικός δασμός = counterveiling duty [απαλλάσσονται από * = are exempt from the *]

(καθορισμός) ανώτατες τιμές = (setting) price caps

αποδεικτικά έγγραφα = documentary evidence, supporting documents

απόδειξη (είσπραξης/πληρωμής) = receipt

απόδειξη λιανικής πώλησης = receipt for retail sales

Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών (ΑΠΥ) = services rendered receipt

Αρχή Διαπίστευσης της Ασφάλειας (ΑΔΑ) = Security Accreditation Authority (SAA)

Αρχή Πιστοποίησης = Certifying Authority

αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα = passenger cars for private use especially adapted for

βαθμός συγγένειας = degree of relationship

Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Δημοσίου Λογιστικού = Directorate-General for the Treasury and Public Accounts

γονέας που (δεν) ασκεί τη γονική μέριμνα = (non)custodial parent

γνώμη με επιφύλαξη = qualified opinion

δαπάνες μίσθωσης = rental expenses

(η) δαπάνη ορίζεται κλιμακωτά = (the) expense is fixed by applying a tax scale

δείγμα υπογραφής = specimen signature

δελτίο = slip

δελτίο αποστολής = consignment note

δελτίο ενδοδιακίνησης = requisition slip

Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών (ΔΠΥ) = Note for services rendered

δευτερεύουσα κατοικία = second home

δήλωση φορολογίας εισοδήματος = income tax return

δημοσιονομική πολιτική = fiscal policy

δημοσιονομικός έλεγχος = fiscal control (ΥΔΕ = Fiscal Control Service)

διάθεση πιστώσεων = allocation of appropriations

διατροφή = allowance/alimony

διατροφή τέκνου = child support

Διεθνές Συμβούλιο για τους Ενιαίους Απολογισμούς = International Integrated Reporting Council (IIRC)

διεύθυνση Λογαριασμών Δημοσίου = Directorate of Public Accounts

εγγεγραμμένος σε = registered with

εδάφιο = sentence

εισηγμένων στο χρηματιστήριο = publicly listed

εισοδήματα που αποκτήθηκαν από …. έως … = income obtained from … to …

εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ = annual VAT statement

εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση = overdue tax return

εκπρόθεσμη υποβολή = overdue filing (late submission)

Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων = Extraordinary special duty on Real Estate with Electric Service

έκτακτος φορολογικός έλεγχος = special tax audit

εμπορικές επιχειρήσεις = commercial undertakings

ενδικοφανής προσφυγή = quasi-judicial administrative appeal

εξόφληση τόκων = redemption of interest

επί αποδόσει λογαριασμού = on accountability

επιβαρύνει υπερβολικά = entail an excessive burden (for)

επικυρωμένο αντίγραφο = certified copy

επιστροφή φόρου = tax refund

επιτηδευματίας = professional

(ελληνική) Eπιτροπή Aνταγωνισμού = Greek Competition Commission

επιχειρήσεις υπαγόμενες στις διατάξεις = enterprises falling under the provision of

επιχείρηση μεταπώλησης = resale business

Επιχειρησιακή Διεύθυνση Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών/Θεσσαλονίκης (ΕΔΕΥΑ/ΕΔΕΥΘ) = Operational Directorate of Special Affairs of Athens/Thessaloniki (EDEA/EDEYTh)

εξαρτώμενα μέλη = dependent members

εξοχική κατοικία = vacation home

εξωϊδρυματικό επίδομα = extra-institutional benefit

επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση = vocational training or education

επιδόματα που χορηγούνται από το κράτος = benefits granted by the State

εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας = credit rating agencies

ΕΤΕπ (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων) = EIB (European Investment Bank)

Ευρωπαϊκό Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων (ΕΤΕΣ) = European External Borders Fund (EEBF)

Ευρωπαϊκό Ταμείο Επιστροφής = European Return Fund

Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΕ) = European Investment Fund (EIF)

ηλεκτρονικό κατασχετήριο = e-garnishment

θεωρημένο για το γνήσιο της υπογραφής = attested for signature authenticity

ίδιας ημερομηνίας = of even date

ιδιοκατοίκηση = owner-occupied housing

καταλογιστική πράξη = notice of assessment / assessment notice (act of imputation)

κατάσταση εξόδων = statement of expenses

κατοικία = residence, dwelling unit

ΚΕΠΥΟ = Ministry of Finance Information Processing Centre

κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας = custodian of vacant estate

κύρια κατοικία = principal home

κύρια επαγγελματική στέγη, τόπος άσκησης κύριων επιχειρηµατικών δραστηριοτήτων = principal place of business, main place of business

Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας = Greek Citizenship Code

Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) = Transaction Tax Reporting Code

λειτουργικές δαπάνες = overheads

λόγω θανάτου = by reason of death

λογιστικές εγγραφές = accounting records

μεζονέτα = duplex apartment

Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής = Medium-Term Fiscal Strategy Framework

(οι) μετοχές διοχετεύτηκαν στο χρηματιστήριο = (the) shares were floated on the stock exchange

μη εξυπηρετούμενα δάνεια = non-performing loans

Μητρώο ανέργων = Unemployment register

μονοκατοικία = single-family detached home, single-detached dwelling

νοητική ή σωματική αναπηρία = intellectual or physical disability

ΟΑΕΔ = Manpower Employment Organisation

οικονομική πολιτική = fiscal policy

οικονομικό έτος = fiscal year

Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (ΟΠΣ), Πληροφοριακό Σύστημα Διοικήσεως = Management Information System (MIS)

OTA = Local Self-Government Organisation

παραστατικό/παραστατικά = accounting source document(s) – voucher

παραχωρησιούχος = concessionaire

περιοδική δήλωση ΦΠΑ = periodic VAT statement

περιφερειακές ανισότητες = regional disparities

πιστωτικό τιμολόγιο = credit note

(επιφέρει) ποινικές κυρώσεις = criminal charges will be brought

πολυκατοικία = multi-dwelling, apartment building

πράξη του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής = Act of the Government Council on Economic Affairs

προνοιακό επίδoμα αναπηρίας = disability welfare benefit

σημείωμα ελέγχου = audit memo

συγγένεια εξ αίματος / εξ αγχιστείας = relationship by blood / by marriage

συγγενής εξ αίματος / εξ αγχιστείας = relative by consanguinity / by affinity

συγγενής πρώτου, δεύτερου, τρίτου βαθμού = relative within the first, second, third degree

σύζυγος = spouse

Συμφωνητικό Κοινών Όρων = Common Terms Agreement

συμβολαιογραφικό έγγραφο = notarial deed

σύμφωνη συγκατάθεση (σημ.: πλεονασμός, αλλά απαντάται στην πράξη) = like consent

Συμφωνία Ανάθεσης Επιχορήγησης = Grant Award Agreement

συναλλαγματικές ρήτρες = clauses in foreign currency

συνολικές δαπάνες = overall expenses

συνολικό εισόδημα = overall income

σύνταξη = pension

σύνταξη χηρείας = survivor’s pension

σωματική και νοητική αναπηρία = physical and intellectual disability

Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) = Hellenic Republic Asset Development Fund (HRADF)

τεκμαρτές δαπάνες = imputed/presumed expenses

τεκμαρτό εισόδημα = imputed/presumed income

τέλη εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης αερολιμένων = Airport Modernisation and Development Taxes

τιμολόγιο – τιμολόγιο πώλησης = invoice – sales invoice

ΤΜΗΜΑ Δ΄ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΟΣΟΛΗΨΙΩΝ ME E.E. = DEPARTMENT IV FOR MONETARY TRANSACTIONS WITH THE EU

τρέχουσα οικονομική κατάσταση = current financial condition

υπερανάληψη = overdraft

υπεύθυνη δήλωση = solemn declaration

υπέχω δική μου φορολογική υποχρέωση = incur my own tax obligation

Υπηρεσία Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (ΥΔΕΑΠ) = European and Development Programs Division (EDPD)

υπηρεσιακό σημείωμα = service memo

υπηρετώ στρατιωτική θητεία = (to) serve the military duty

υποβάλλω φορολογική δήλωση = to file a tax return

υπολογίζεται από το έτος πρώτης κυκλοφορίας = it is calculated as of the first year of circulation

υπολογισμός προστίμων = (method of) setting fines

υπόλογος = accountable officer

υπόχρεος = income tax payer, contributor

φοιτούν σε πανεπιστήμια ή σχολές = attend faculties or schools

φορέας (διεθνής ή ημεδαπός) = body, entity, institution (international or national)

φορολόγηση κατασχέσεων = confiscatory taxation

φορολογητέο εισόδημα = taxable income

φορολογική δήλωση (υποβάλλω) = tax return (to file)

φορολογική κατοκία στην αλλοδαπή = tax home abroad

φορολογούμενος = taxpayer

Φόρος Ακίνητης Περιουσίας = Real Property Tax

φυσικό πρόσωπο / νομικό πρόσωπο / νομική οντότητα = natural person / legal person / legal entity

χαρτόσημο / τέλη χαρτοσήμου = stamp duty

χηρεία = survivorship

χρηματικό ένταλμα πληρωμής = cash payment order

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου και του εν γένει περιεχομένου του ιστολογίου Greek Law in English σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως προτεινόμενος τρόπος μετάφρασης των εν λόγω εκφράσεων χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.
Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – MARITIME LAW TERMS

 

Α/Κ αλιευτικό F/S (F/V)                                Π/Γ πλωτός γερανός F/C

Α/Π ατμόπλοιο S/S                                      Π/Δ πλωτή δεξαμενή F/D

Α/Σ αερόστρωμνο H/C                                 Π/Θ Πορθμείο F/B

Β/Θ βυθοκόρος D/S (dredger ship)             Π/Φ Πετρελαιοφόρο O/C

Δ/Ξ δεξαμενόπλοιο Tanker                          Ρ/Κ Ρυμουλκό T/B

Ε/Γ επιβατηγό P/S                                       Τ/Φ Τσιμεντοφόρο C/S

Ε/Φ εμπορ/κιβ/φόρο C/S                             Υ/Π Υδροπτέρυγο H/F

Η/Π ημερόπλοιο D/S                                    Υ/Φ Υδροφόρο WT/S

Ι/Φ ιστιοφόρο S/B                                         Φ/Φ Φορτηγιδοφόρο LASH

Κ/Ζ κρουαζιερόπλοιο Cr/S                           Φ/Π Φαρόπλοιο L/S / Cargo Ship

Φορτηγίδα = Barge

Ο/Γ οχηματαταγωγό C/F                              Ω/Κ Ωκεανογραφικό R/V (Research Vessel)

——————————————————————————————————————-

ABS (American Bureau of Shipping) = Ο Αμερικανικός Ναυτιλιακός Νηογνώμονας

Agreed charter party = Συμφωνημένο ναυλοσύμφωνο

Adjuster = Ρυθμιστής

Adopted charter party = Αποδεκτό ναυλοσύμφωνο

Air-independent propulsion (AIP) system = σύστημα αναερόβιας πρόωσης

Annual survey = Ετήσια επιθεώρηση

Average = Αβαρία

Backhaul voyages = Έμφορτα ταξίδια επιστροφής

Ballast distance = Άφορτη διανυθείσα απόσταση

bareboat charter = ναύλωση κατά παραχώρηση

Blockade = Ναυτικός αποκλεισμός

brokers = ναυλομεσίτες

Booking note = Σημείωμα κράτησης

Brokerage commission  =Προμήθεια ναυλομεσίτη

Bulk cargo = Χύδην φορτίο

Bulk shipping market = Αγορά χύδην φορτίων

bulkcarrier ships = πλοία μεταφοράς φορτίων χύδην

Βulker = Πλοίο μεταφοράς ξηρού φορτίου

Βunkers = Ναυτιλιακά καύσιμα

Call sign = Διεθνές διακριτικό σήμα (ΔΔΣ)

cargo gear certificate = πιστοποιητικό ασφάλειας φορτοεκφορτωτικών μέσων

Cargo Ship Safety Construction Certificate = Πιστοποιητικό Ασφάλειας Κατασκευής ΦΓ πλοίου

Cargo Ship Safety Equipment Certificate = Πιστοποιητικό ασφάλειας εξαρτισμού ΦΓ πλοίου

Cargo Ship Safety Radio Certificate = Πιστοποιητικό ασφάλειας Ραδιοεπικοινωνιών

Πιστοποιητικά:

Class Hull = Κλάσεως Σκάφους

Class Machinery = Κλάσεως Μηχανών

Safety of Construction = Ασφαλούς Κατασκευής

Load Line = Γραμμής Φορτώσεως

Safety Radio = Ασφαλείας Τηλεπικοινωνιών

Safety Equipment = Ασφαλείας Εξοπλισμού

certificate of damages = πιστοποιητικό βλαβών (παρακολούθησης)

Certificate of insurance or other financial security in respect of civil liability for oil pollution damage (C.L.C.) = Πιστοποιητικό ασφαλίσεως αστικής ευθύνης για ζημιές από ρύπανση από πετρελαιοειδή

Certificate of origin = Πιστοποιητικό προέλευσης

certificate of registry = έγγραφο εθνικότητας

certificate of seaworthiness = πιστοποιητικό αξιοπλοΐας,  Πιστοποιητικό Ασφαλείας Ελληνικών πλοίων, Πρωτόκολλο γενικής επιθεώρησης

Charter = Ναύλωση

Charter by demise – Bareboat charter = Ναύλωση γυμνού πλοίου

Charter party = Ναυλοσύμφωνο

Charterhire = Αντίτιμο Ναύλωσης

Charterer = Ναυλωτής

Charterparty bill = Φορτωτική ναυλοσυμφώνου

Chartering broker = Ναυλομεσίτης

Classification Certificate = Πιστοποιητικό Κλάσης

Classification society = Νηογνώμονας

Claused bill of lading = Εσφαλμένη φορτωτική

coastal navigation = ακτοπλοΐα

Code of Private Maritime Law = ΚΙΝΔ, Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου

Combined Carrier Market = Αγορά Πλοίων Μικτού Φορτίου

Commercial set = Εμπορικός φάκελος

Consecutive voyages charter = Ναύλωση συνεχών ταξιδίων

Consumables/stores = Υλικά και Εφόδια

Container = Εμπορευματοκιβώτιο

Containership = μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων

Containership Market = Αγορά Πλοίων Εμπορευματοκιβωτίων

Containerised cargo = Φορτίο σε εμπορευματοκιβώτια

Contract of affreightment (CoA) = Ναύλωση εργολαβικής μεταφοράς

Contracts of carriage = Συμβόλαια μεταφοράς

Crew expenses = Έξοδα πληρώματος

Crew insurance = Ασφάλιστρα πληρώματος

crew list = ναυτολόγιο

crew wages = μισθοδοσία πληρώματος

Deadweight Tonnage (DWT) = Νεκρό εκτόπισμα φορτίου

deck log = Ημερολόγιο Γέφυρας

Demurrage = Επισταλία

DNV GL = (διεθνής πιστοποιημένος νηογνώμονας που προήλθε από τη συγχώνευση του νορβηγικού (Det Norske Veritas) και γερμανικού (Germanischer Lloyd) νηογνώμονα)

deratring exemption certificate = Πιστοποιητικό μυοκτονίας ή απαλλαγής μυοκτονίας

Despatch = Αποστολή, Επίσπευση

displacement = εκτόπισμα

Distinctive number or letters = Διεθνές Διακριτικό Σήμα

Document of Compliance = Πιστοποιητικό Συμμόρφωσης

Documentary credit = Πιστωτικός τίτλος

Domestic Voyage Load Line Certificate = Πιστοποιητικό Γραμμής Φορτώσεως Πλοίων Εσωτερικού

dredger = βυθοκόρος / βορβοραφάγος / φαγάνα / ντράγκα

Drum = Βαρέλι

Dry Bulk Cargo Market = Αγορά Χύδην Ξηρού Φορτίου

Dry docking = Δεξαμενισμός πλοίου

engineer’s log book = Ημερολόγιο Μηχανής

FDD = ασφάλιστρα νομικής προστασίας πλοιοκτήτη

First voyage loading range = Γεωγραφικές περιοχές φόρτωσης για το πρώτο ταξίδι

Five major bulks = Πέντε κύρια χύδην ξηρά φορτία

Flag state = Σημαία Κράτους

Fleet capacity = μεταφορικής ικανότητας

Floating construction = Πλωτό ναυπήγημα

Free In and Out (FIO) = Ελεύθερο εξόδων φόρτωσης και εκφόρτωσης

free navigation of ship = ελευθεροπλοΐα

Freight forwarder = Διαμεσολαβητής φορτίου

Freight, fare = Ναύλος

Frustration of the charter party = Ματαίωση ναυλοσυμφώνου

fuel oil = μαζούτ

fuel oil expenses = έξοδα πετρελαίου

GT = κοχ

general administration expenses = έξοδα διοίκησης

General Average allowance = Επίδομα γενικής αβαρίας

General average security = Εξασφαλίσεις αβαρίας

General Average Surveyor = Εκτιμητής αβαριών

General cargo = Γενικό φορτίο

General Cargo Market = Αγορά Γενικού Φορτίου

Gross registered tonnage (grt) = Ολική χωρητικότητα

Gross tonnage = Κόρος

Harbor Acceptance Tests – HAT = δοκιμές αποδοχής εν όρμω

H&M (Hull & Μachinery insurance) = Ασφάλιση κύτους και μηχανολογικού εξοπλισμού

Heavy and awkward cargo = Βαριά και δυσκίνητα φορτία

Hellenic Inspectorate of Merchant Marine = Επιθεώρηση Εμπορικών Πλοίων

Hellenic Register of Shipping = Ελληνικός Νηογνώμων

Hire = Μίσθωμα

Hire rate = Ύψος εκμίσθωσης

Hovercraft = αερόστρωμνο σκάφος

Hull = κύτος

Hull and Machinery Insurance = Ασφάλιστρα κήτους και μηχανών

Hull underwriter = Ασφαλιστής (πλοίου)

Hull underwriter surveyor = Επιθεωρητής ασφαλιστών (πλοίου)

Hybrid charters = Μικτές ναυλώσεις

IMO (International Maritime Organisation) = Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός

Intermediate survey = Ενδιάμεση επιθεώρηση

International Anti-Fouling System Certificate = Διεθνές Πιστοποιητικό Προστατευτικού Συστήματος Υφαλοχρωματισμού

International Certificate for Carriage of Liquefied Gases in Bulk = Διεθνές πιστοποιητικό καταλληλότητας για τη μεταφορά χύδην υγροποιημένων αερίων

International Certificate of Fitness for the Carriage of Dangerous Chemicals in Bulk / Certificate of Fitness for the Carriage of Dangerous Chemicals in Bulk = Διεθνές πιστοποιητικό καταλληλότητας για μεταφορά χύδην επικίνδυνων χημικών

Intel national Load Line Certificate = Διεθνές Πιστοποιητικό Γραμμής Φόρτωσης

International Load Line Exemption Certificate = Διεθνές πιστοποιητικό Απαλλαγής Γραμμής Φόρτωσης

International Oil Pollution Prevention Certificate (IOPPC) = Διεθνές πιστοποιητικό πρόληψης ρύπανσης από πετρέλαιο

International Pollution Prevention Certificate For the Carriage of Noxious Liquid Substance in Bulk = Διεθνές πιστοποιητικό πρόληψης της ρύπανσης για τη μεταφορά χύδην υγρών επιβλαβών ουσιών

International Safety Management Code – I.S.M.C. = Διεθνή Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης

International Sewage Pollution Prevention Certificate (ISPPC) = Διεθνές Πιστοποιητικό Πρόληψης Ρύπανσης

International Ship Security Certificate = Διεθνές Πιστοποιητικό Ασφάλειας Πλοίου

International Tonnage Certificate = Διεθνές πιστοποιητικό καταμέτρησης

Interruption of charter = Διακοπή της ναύλωσης

IRR = Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης

ISM Code (International Safety Management Code) = Διεθνής Κώδικας Ασφαλούς 

Last voyage discharge range = Γεωγραφικές περιοχές εκφόρτωσης για το τελευταίο ταξίδι

Laytime – Laydays = Σταλίες

Letter of credit = Ενέγγυα πίστωση

Liberty clause = Ρήτρα παρεκκλίσεως

Lien = Επίσχεση

Lightening = Εκφόρτωση με φορτηγίδες

Liner service = Τακτική γραμμή

Liner ship = Δρομολογημένο πλοίο

Liner shipping market = Αγορά γραμμών

Liquid Bulk Cargo Market = Αγορά Χύδην Υγρού Φορτίου

Liquid cargo = Υγρό γενικό φορτίο

Liquid bulks = Υγρά χύδην φορτία

Liquified Natural Gas ships = πλοία LNG (μεταφορά φυσικών υγροποιημένων αερίων)

Liquified Petroleum Gas ships = πλοία LPG (μεταφοράς υγροποιημένων αερίων προϊόντων πετρελαίου)

load line certificate = πιστοποιητικό γραμμής φόρτωσης

Loading port = Λιμάνι φόρτωσης

Loading and discharge operations = Διαδικασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης του φορτίου

Loose cargo / Break bulk cargo = Μη μοναδοποιημένο γενικό φορτίο

Loss of hire = Ασφάλιστρα απώλειας μισθώματος

LRS (Lloyd’s Register of Shipping) = ο βρετανικός νηογνώμονας

Manning = Επάνδρωση LRS  = Lloyd’s Register of Shipping, ο βρετανικός νηογνώμονας.

marine casualty = ναυτικό ατύχημα

Marine surveyor = επιθεωρητής πλοίων

MARPOL (International Convention for the Prevention of Pollution from Ships) = Διεθνής Σύμβαση για την Πρόληψη της Ρύπανσης από τα πλοία.

Medium-range (MR) = μέσου βεληνεκούς δεξαμενόπλοιο

Ministry of Marine Affairs, Islands and Fisheries = ΥΘΥΝΕΛ

Minimum safe mainning document = Πιστοποιητικό ασφαλούς συνθέσεως

Minor bulks = Δευτερεύοντα χύδην ξηρά φορτία

Mooring expenses = Έξοδα ελλιμενισμού

Moulded Depth = Πλευρικό Ύψος

Multimodal Dangerous Goods Form = Δηλωτικό μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων

Net registered tonnage (NRT) = Καθαρή χωρητικότητα

Newbuilding vessels = Νεότευκτα πλοία

No cure, no pay = Όχι διάσωση, όχι πληρωμή

Non demise charter = Ναύλωση μη γυμνού πλοίου

non profit line = άγονη γραμμή

NRT = ΚΚΧ (κόρος καθαρής χωρητικότητας)

Off-hire = Εκτός ενοικίασης

oil record book = Βιβλio Πετρελαίου

On deck claused bill of lading = Έκδοση φορτωτικής όταν το φορτίο είναι φορτωμένο στο κατάστρωμα του πλοίου

operating days = πλεύσιμες ημέρες

OPEX (operating expenses, operating costs) = έξοδα λειτουργίας, λειτουργικά έξοδα

P&I = Προστασία και αποζημίωση

Passenger Ship Safety Certificate = Πιστοποιητικό Ασφάλειας Επιβατηγού Πλοίου

Palletised cargo = Φορτίο σε παλέτες

Period t/c = Περιοδική χρονοναύλωση

planning hulls = ολισθάκατοι

port clearance certificate = άδεια απόπλου

port of call = λιμένας προσέγγισης

Port of Registry = Λιμάνι Νηολόγησης

preferred mortgage = προτιμώμενη υποθήκη

product tanker = δεξαµενόπλοιο µεταφοράς προϊόντων

Receiver / Consignee = Παραλήπτης φορτίου

Reefer vessel = Πλοίο-ψυγείο

Reefer container = Εμπορευματοκιβώτιο-ψυγείο

Reefer Market = Αγορά Πλοίων Ψυγείων

refined petroleum products = προϊόντα διύλισης πετρελαίου

Refrigerated cargo = Κατεψυγμένο φορτίο

Repossession = Ανάκτηση πλοίου

retrofit = μετασκευή

RO/RO Market = Αγορά Πλοίων RO/RO (Roll On – Roll Off)

Ro/Ro – Passenger Ship = Ε/Γ – Ο/Γ

Round voyage t/c = Χρονοναύλωση κυκλικού ταξιδίου

Russian Maritime Register of Shipping = Ρωσικός Νηογνώμονας

Said to be (STB) = Λέγεται ότι είναι

Safety Management Certificate-S.M.C. =  Πιστοποιητικό Ασφαλούς Διαχείριση

Salvage = Διάσωση

ship arrest = συντηρητική κατάσχεση πλοίου

Acceptance Test (SAT) = δοκιμές αποδοχής εν πλω

seafarer signed on = ναυτολογημένος

Seamen’s Pension Fund = Ναυτικό Αποµαχικό Ταµείο (ΝΑΤ)

Ship broker = Μεσίτης πλοίου

Ship Security Plan and associated records = Σχέδιο ασφάλειας πλοίου και τηρούμενα αρχεία

Shipboard Marine Pollution Emergency plan for noxious liquid Substances = Σχέδιο έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση ρύπανσης από επικίνδυνες υγρές ουσίες

Shipboard Oil Pollution Emergency Plan-S.O.P.E.P. = Σχέδιο έκτακτης ανάγκης του πλοίου για την αντιμετώπιση Ρύπανσης από πετρέλαιο

Shipowner = Eκναυλωτής

Shipper = Φορτωτής

Shipping agent = Ναυτικός πράκτορας

Short ballast voyages = Βραχυπρόθεσμα ταξίδια υπό έρμα

Sister ships = αδελφά πλοία

SOLAS (International Convention for Safety of Life at Sea) = Διεθνής σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα

Space charter = Μερική ναύλωση

Special Cargo Market = Αγορά Ειδικών Φορτίων

special survey (S/S) = ειδική επιθεώρηση

Specialised dry cargoes = Εξειδικευμένα ξηρά φορτία

Spot market = Βραχυχρόνιες ναυλώσεις, αγορά κατά περίπτωση

Standard form of charter party = Τυποποιημένη μορφή ναυλοσυμφώνου

State of the market for chartered tonnage = Γενικό επίπεδο ναύλων

Stevedore damages = Ζημιές στοιβαδόρων

Sublet (relet) = Υποναύλωση

Tramp service = Ελεύθερη Θαλάσσια Μεταφορική Υπηρεσία

Tank = Δεξαμενή

Tanker = Δεξαμενόπλοιο

Time charter = Χρονοναύλωση / Ναύλωση κατά χρόνο

TCE (Time Charter Equivalent) = Ισοδύναμο Χρονοναύλωσης

tonnage certificate = πιστοποιητικό καταμέτρησης χωρητικότητας

Tramp = Πλανώμενο πλοίο

Trip t/c = Χρονοναύλωση ταξιδίου

Tugboat = Ρυμουλκούμενο πλοίο

Unloading port = Λιμάνι εκφόρτωσης

Voyage charter = Ναύλωση κατά ταξίδι/πλουν

War Risks = ασφάλιστρα κινδύνων πολέμου

waterjets = υδροβολές

waterway = δίαυλος

Whole charter = Ολική ναύλωση

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου και του εν γένει περιεχομένου του ιστολογίου Greek Law in English σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως προτεινόμενος τρόπος μετάφρασης των εν λόγω εκφράσεων χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.

Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ & ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – CIVIL & COMMERCIAL LAW TERMS

αγορά ηλεκτρικής ενέργειας επόμενης ημέρας = day ahead electricity market

αγωγή απαράδεκτη, αόριστη, (προδήλως/νόμω) αβάσιμη και αναληθής [agogi aparadekti, aoristi, (prodilos/nomo) avasimi kai analithis] = statement of claim inadmissible, vague, (manifestly/legally) unfounded and untrue

αγωγή κακοδικίας = action for miscarriage of justice

αδιαίρετος [adiairetos] = indivisible

αδιατάρακτη κατοχή [adiatarakti katohi] = quite possession

αδιαφιλονίκητη κυριότητα [adiafilonikiti kyriotita] = indisputable ownership

αδικαιολογήτως απών [adikeologitos apon] = Absent Without Official Leave, ΑWOL

αδικοπρακτική απάτη [adikopraktiki apati] = fraud in tort

αεριοποίηση = gasification

αερόσφυρα = pneumatic hammer

αμοιβή πράκτορα [amivi praktora] = agency fee

αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής = applications for injunction relating to possession

αίτηση αναίρεσης [aitisi anairesis] / αναίρεση [anairesi] = application for cassation / appeal in cassation

αίτηση θεραπείας [aitisi therapeias] = internal administrative appeal

αιτία ενεχύρου [aitia enechyrou] = by way of a pledge

αίτηση παροχής έννομης προστασίας = request for legal redress

(καταγγελία) αζημίως και για τα δύο μέρη [kataggelia azimios kai gia ta dyo meri] = (termination) without either party incurring any liability

ακίνητα εισοδήματος [akinita eisodimatos] = income properties

ακυρότητα ή ακυρωσία = nullity or voidability

ακώλυτη άσκηση [akolyti askisi] = unhindered exercise

αμελλητί [ameliti] = without delay

Αμοιβαία Κεφάλαια Επιχειρηματικών Συμμετοχών [Amoivaia Kefalaia Epixeirimatikon Symmetoxon] = Closed-end Mutual Funds

(με) αμοιβαία συμφωνία [me amoivaia symfonia] = (by) mutual agreement

αμφίδρομο λογισμικό πολυμέσων [amfidromo logismiko polymeson] =  interactive multimedia software

αμφισβητείται [amfisviteitai] = is called into question

αναβατόρια [anavatoria] = builder hoists

αναβλητική αίρεση [anavlitiki airesi] = condition precedent

αναβολή επ’ αόριστον = adjourned sine die

αναγγελία απαίτησης [anaggelia apaitisis] = declaration of claim

αναγγελία πρόσληψης [anaggelia proslipsis] = recruitment notice

αναγκαστική διαχείριση [anagkastiki diaxeirisi] = administrative receivership

αναγκαστική εκκαθάριση = compulsory liquidation

αναγκαστική εκποίηση = forced divestment

αναγνωριστική απόφαση [anagnoristiki apofasi] = declaratory judgment

αναγνωριστικό αίτημα [anagnoristiko aitima] = request for declaratory judgment

αναδιάρθρωση χρέους [anagnorisi xreous] = debt restructuring

αναδιατύπωση [anadiatyposi] = restatement

όμιλοι αναδόχων (στη διάθεση νέων χρεογράφων) = underwriting syndicates

αναιρεσείων / αναιρεσίβλητος [anaireseion / anairesivlitos] = cassationer / cassationee

ανακοίνωση της Επιτροπής [Anakoinosi tis Epitropis]= Communication from the Commission

ανακοίνωση της Επιτροπής περί του ορισμού της επίμαχης αγοράς για το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού = Commission notice on the definition of relevant market for the Community competition law

ανακοπή [anakopi] = opposition

ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής [anakoptomeni diatagi pliromis] = (payment order) opposed against

ανακόπτων / ανακόπτουσα (καθ’ ου η ανακοπή) [anakopton / anakoptousa (kathou i anakopi)] = petitioner in opposition (respondent in opposition)

αναλαμβάνω υποχρέωση [analamvano ypoxreosi] = (to) assume an obligation, undertake

αναλαμβάνω μετοχές [analamvano metoxes] = take up shares

αναληφθησόμενη/αναληφθείσα νέα μετοχή [analifthisomeni / analiftheisa nea metoxi] = new subscribed share

ανάληψη μετοχών [analipsi metoxon] = subscription of shares

αναλογική εφαρμογή [analogiki efarmogi] = mutatis mutandis application

ανάλυση ευαισθησίας ταμιακών ροών μεταβλητού επιτοκίου = variable interest rate cash flow sensitivity analysis

ανάλυση των επιχειρησιακών διαδικασιών [analysis ton epixeiriakon diadikasion] = Business Process Analysis

αναλυτικά δεδομένα [analitika dedomena] = granular data

αναλυτικά τιμολόγια έργων οδοποιίας (ΑΤΕΟ) = detailed road works pricing

αναπληρωματικό μέλος [anaplitomatiko melos] = alternate member

αναπληρωτής διευθυντής [anaplirotis diefthintis] = Deputy Director

αναπόσβεστο κόστος [anaposvesto kostos] = amortised cost

αναπόσβεστο υπόλοιπο [anaposvesto ypoloipo] = unamortised balance

αναπροσαρμογή μισθώματος [anaprosarmogi misthomatos] = rent review

αναπροσαρμογή προς τα πάνω (π.χ. μισθών) [anaprosarmogi pros ta pano] = adjust upwards (e.g. salaries, wages)

αναπροσαρμογή σε εύλογες αξίες [anaprosarmogi se evloges axies] = revaluation at fair value

ανέκκλητες πιστώσεις [aneklites pistosis] = irrevocable letter of credit

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ, ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΚΑΙ Ε.Φ.Κ.= INDEPENDENT AUTHORITY OF PUBLIC REVENUE, DIRECTORATE-GENERAL OF CUSTOMS AND EXCISE DUTY

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε. (ΑΔΜΗΕ) = Independent Power Transmission Operator S.A. (IPTO, ADMIE)

ανεξάρτητο επιχειρηματικό σχέδιο [aneksartito epihirimatiko schedio] = Independent Business Review (IBR)

ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του = lies at the discretion of the

ανικανότητα εργασίας [anikanotita ergasias] = to be unfit for work

ανιόντες & κατιόντες = ascendants & descendants

ανοικτές πωλήσεις [anoiktes poliseis] = short selling

ανταπόδειξη [antapodeixi] = counterevidence

αντιαγωγικές διαταγές = anti-suit injunctions

αντίγραφα = counterparts

αντίδικος = adversary party, other party, opposing party

αντικειμενική ευθύνη = strict liability

αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης [antimetopisi katastaseon ektaktis anagkis] = emergency response

Αντιπραγματισμός = Barter Agreement

αντιπροσωπευτικό έγγραφο = typical document

αντιπρόσωπος (σύμβαση διανομής) = dealer

αντιστήριξη [antistiriksi] = retaining structures

αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση = sale and leaseback

αντιπρόσωπος εξασφάλισης = security agent

αντίτυπα = original copies

άντληση κεφαλαίων = to raise funds

ανυπαίτιος = non-fault-based

Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία (ΑΕΒΕ) = Trading and Industrial Co. S.A.

Ανώνυμη Εταιρεία = Société Anonyme

Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) = Mutual Fund Management SA

Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου (ΑΕΕΧ) = Portfolio Investment Companies (PIC)

Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων Μεταβλητού Κεφαλαίου =  Investment Companies with Variable Capital

αξιολόγηση απόδοσης = performance appraisal

αξιολογικές – τελολογικές σταθμίσεις [aksiologikes – telologikes stathmisis] =  evaluative – purposive weightings

άοπλο σκυρόδεμα = plain concrete

απαλλαγμένο από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, εκνίκηση τρίτου, κατάσχεση, διεκδίκηση, μεσεγγύηση, δουλεία, απαλλοτρίωση και αποζημίωση από την αιτία αυτή, αμφισβήτηση, απαίτηση, μισθωτική σχέση, φόρους, τέλη και εισφορές = free of any lien, debt, mortgage, prenotation of mortgage, judgment awarded to third party, attachments, vindication, sequestration, easement, expropriation and compensation from this cause, contest, claim, rental relationship, taxes, duties and contributions

απαρτίζεται από = (to be) composed of

απεικόνιση = figurative element

απεικονιστική ένδειξη = figurative sign

απερίφραστα [aperifrasta] = unequivocally

απευθύνω καταγγελίες εναντίον = (to) lead complaints against

απογραφή = inventory, census

αποδεικτικά εισπράξεως = proof of receipt

αποδεικτική αξία = probative value

αποδίδω = ascribe

αποδίδω ευθύνη / να αποδώσει ευθύνες = (to) assign liability

αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων = return on equity (ROE)

αποδόσεις καλλιεργειών = crop yields

αποδοχή προϊόντων εγκλήματος = acceptance of stolen goods

αποδυναμώνεται = (to be) watered down

αποζημίωση πελατείας = indemnity for customers

αποθετήριο = depository

αποθήκη εύφλεκτων = warehouse of combustible

αποκατάστασης της ηθικής της βλάβης = recovery of moral (non-pecuniary) damage

αποκλειστική αντιπροσώπευση = exclusive distributorship

απόκτηση ποσοστού συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου = acquisition of an indivisible joint ownership interest in real property

απόλυτη αποτυχία = utter failure

απόλυτο δικαίωμα, δικαίωμα κατά την απόλυτη κρίση = unqualified right

απομείωση αξίας μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων = impairment of non-financial assets

αποπολιτικοποίηση της Δημόσιας Διοίκησης = to depoliticise public administration

απόσβεση αξίωσης = extinction/peremption of claim

απόσβεση ζημιών = to absorb losses

απόσβεση υποθήκης = extinction of mortgage

απόσπαση πελατείας [apospasi pelatias] = customer solicitation

αποτελέσματα εις νέο = retained earnings

αποτελέσματα εκμετάλλευσης = results of operation

αποτελέσματα περιόδου = end-of-period results

αποτέφρωση = incineration

απόφαση για διανομή κληρονομίας = order of distribution of estate property, order assigning residue

Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) [Apofasi Egrisis Perivalontikon Oron (AEPO), Egrisi Perivalontikon Oron (EPO)] = Approval of Environmental Terms

αποχρών λόγος = due cause

απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών κατ’ άρθρο 388 ΑΚ = unforeseen change in circumstances referred to in Article 388 of the Greek Civil Code

αποθεσιοθάλαμοι/χώροι απόθεσης = spoil pits

αποθηκευτικοί χώροι = stockroom

απόσχιση = spin-off

απουσιάζουν ή διαφωνούν = absent or dissenting

Άρειος Πάγος = Supreme Civil and Criminal Court of Greece (Areios Pagos)

Άρθρο 914 ΑΚ: «Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει» = Article 914 of the Greek Civil Code: “whoever acting unlawfully and in fault causes a pecuniary damage to another party, is obliged to compensate same”

αρχή της οικονομίας της δίκης [arhi tis ikonomias tis dikis] = principle of procedural economy

ΑΔΑ (Αριθμός Διαδικτυακής Ανάρτησης) = Online Publication Number/Νο

αριθμοδείκτης = ratio

Αριθμοδείκτης Ξένα προς Συνολικά Κεφάλαια > Debt to total assets ratio
Αριθμοδείκτης Ίδια προς Συνολικά Κεφάλαια > Owner’s equity to total assets ratio
Αριθμοδείκτης Ίδια προς Ξένα > Οwner’s equity to total liabilities ratio
Αριθμοδείκτης Βαθμού Κάλυψης Παγίων με Κεφάλαια Μακράς Διαρκείας
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Ενεργητικού > Asset turnover ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Ιδίων Κεφαλαίων > Owner’s equity turnover ratio
Αριθμοδείκτης Ταμειακής Ρευστότητας > Cash ratio
Αριθμοδείκτης Αμυντικού Χρονικού Διαστήματος > Defensive internal ratio
Αριθμοδείκτης Οικονομικής Μοχλεύσεως > Financial leverage ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Απαιτήσεων >Receivables turnover ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Αποθεμάτων >Inventories turnover ratio
Αριθµοδείκτης Γενικής ή Έµµεσης ή Ονοµαστικής ή Κυκλοφοριακής Ρευστότητας > Current ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Παγίων >Fixed assets turnover ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Εξόφλησης Υποχρεώσεων > Trade creditors to purchases ratio
Aριθμοδείκτης ειδικής (πραγματικής/άμεσης) ρευστότητας > Quick ratio
Κέρδη/Μέρισμα κατά μετοχή > Earnings/Dividend per share (EPS)
Τρέχουσα μερισματική απόδοση >Current dividend yield
Ποσοστό διανεμόμενων κερδών > Percentage of distributed profits
Εσωτερική αξία μετοχής > Book value per share
Λόγος χρηματιστηριακής τιμής προς εσωτερική αξία της μετοχής > Price to book value ratio
Τιμή προς Κέρδη ανά Μετοχή > price/earnings (P/E) ratio
Αποδοτικότητα Απασχολούµενων Κεφαλαίων > Return to total capital employed
Δείκτης Αποδοτικότητας Ιδίων Κεφαλαίων > Return on Equity
Αριθμοδείκτες Αποδοτικότητας > Profitability ratios

αριθμός απόφασης δημοτικού συμβουλίου (ΑΔΣ) = municipal council resolution

αρκούνται (π.χ. να ελέγξουν) = they are restricted to (e.g. checking),  content themselves with (e.g. checking)

αρμόδια φορολογική αρχή = competent tax authority

άρση της διαλυτικής αίρεσης = removal of condition subsequent

αρχές επιλογής εφαρμοστέου δικαίου = choice of law principles

αρχή της εύνοιας [arxi tis evnias] = the principle of favour

αρχή της ταμειακής κίνησης = cash basis

αρχή του δεδουλευμένου = accrual basis

αρχή του ιστορικού κόστους = historical cost principle

αρχή των ίσων αποστάσεων = arm’s length principle

ασκώ αγωγές και ανταγωγές = to file claims and counterclaims

Ασπίδα Προστασίας της Ιδιωτικής Ζωής ΕΕ–ΗΠΑ = EU-U.S. Privacy Shield Framework

αστική εταιρεία = civil law partnership

Τέλος Ασφάλειας Ανεφοδιασμού = Security of Supply Fees

ασφαλιστική αποζημίωση = insurance reimbursement

ασφαλιστικά μέτρα = injunctive / interim measures

άτακτη καταγγελία = irregular termination

ατελώς [atelos] = gratis

αυλακώματα = mortises

αυξημένο αποδεικτικό κύρος = increased acknowledgement of validity

αυξημένη πλειοψηφία = qualified majority

αυτεπάγγελτη έρευνα = ex officio investigation

αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο = the court of its own motion

αυτοδικαίως = ipso jure, automatically

αυτοκινούμενοι γερανοί = self-propelled cranes

αυτοματοποίηση μάρκετινγκ που βασίζεται στην διορατικότητα = insight-based marketing automation

αυτόματος προστατευτικός διακόπτης διαφυγής [aftomatos prostateftikos diakoptis diafygis] = residual-current device

αυτούσια μεταβίβαση = recovery in kind

άφεση, διαγραφή (χρέους κλπ) = remission

άφεση χρέους [afesi chreous] = release of debt

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ = HAVING EXAMINED THE CASE FILE

βάζω φρένο σε = put a brake on

βαθμός απόδειξης [vathmos apodiksis] = standard of proof

βαθμός συγγένειας = degree of relatedness

βαλτώνω [valtono] = to bog down

βασικά οικονομικά μεγέθη του κλάδου = financial fundamentals of the industry

βασικές πληροφορίες = key information

βασική τιμή μονάδας [vasiki timi monadas] = base unit price

βασικός μέτοχος = main shareholder

βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας παραμονής [veveosi katathesis etisi gia ekdosi adias paramonis] = certificate of application for a residence permit

βεβαίωση κατάθεσης και ημερομηνίας κατάθεσης αγωγής από γραμματέα =

endorsement of the fact and date of filing of the action by the clerk

βεβαίωση όρκου = oath statement

βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στο N. 4178/2013 = certificate of completion of the process of submission to Law 4178/2013

βέλτιστες πρακτικές = best practices

βελτιωτικά δείκτη ιξώδους = viscosity index improvers

Βιβλίο Προσφυγών, Αριθμός Καταχώρησης Βιβλίου Προσφυγών [Α.Κ.Β.Π.] = Appeal Book,

βοηθός εκπλήρωσης = fulfilment assistant

βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις = current liabilities

βρίθει αοριστιών = is rife with ambiguities

Γεγονός Διατάραξης Αγοράς = Market disruption Event

ΓΕΕΘΑ = HNDGS

γενεσιουργός λόγος [genesiourgos logos] = proximate cause

γενεσιουργός αιτία [genesiourgos aitia] = operative event

γενικές αρχές ασφάλειας και αναλογικότητας = principles of legal certainty and proportionality

γενική συγγραφή υποχρεώσεων = general specifications

Γενικός Απαλλακτικός Κανονισµός = General Block Exemption Regulation

γερανογέφυρα [geranogefyra] = overhead crane, tower crane

γεωδεσική διευθέτηση = geodesic setting

για λόγους σαφήνειας = in the interest of clarity

για τη νόμιμη σήμανσή του και την έκδοσή του κατά τη σειρά της παραγγελίας του = for its legal stamping and issuance as per order priority

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ = ON THESE GROUNDS, THE COURT HEREBY RULES AS FOLLOWS

γιατρός / ιατρός εργασίας [giatros/iatros ergasias] = occupational physician

γνήσιο και ακριβές αντίγραφο = true and correct copy

γνωμοδότηση = legal opinion

γονική μέριμνα [goniki merimna] = parental responsibility

γραμμάτια πληρωτέα [gramatia plirotea] = notes payable

γραμμάτιο δικηγορικής αμοιβής = note of lawyer fees

γραμμογράφηση = layout

γράφτηκε στο πινάκιο = entered in the docket

δάνεια αρνητικού κεφαλαίου = negative equity mortgages

δάνεια σε καθυστέρηση = loans in arrears

δανειακές υποχρεώσεις = loan commitments

δανειοθάλαμοι = borrow pits

δανειστές μέτοχοι = lending shareholders

∆εδουλευµένοι Τόκοι = Accrued Interest

δεδομένου ότι υπάρχει απαρτία (για πρακτικά συνεδριάσεων ΓΣ και ΔΣ) = given that there is a quorum

δείκτης οριοθέτησης = delineation marker

∆ΕΚ = ECJ

ΔΕΚΟ, Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί [deko, dimosies epichirisis ke organismi] =  state-owned enterprises

δελτίο χαρακτηριστικών [deltio charactiristikon] = data sheet

Δελτίων Δεδομένων Ασφάλειας Προϊόντος [deltio dedomenon asfaleias proiontos] = Product Safety Data Sheet (PSDS)

δεσμεύομαι έναντι = (to) be committed towards

δέσμευση (υπόσχομαι) = covenant (promise)

δέσμευση μετοχών = share lock-up, share blocking

δέσμευση του πελάτη = customer engagement

δέσμευση περιουσιακών στοιχείων = freezing of assets

Δεσμευτικοί Εταιρικοί Κανόνες = Binding Corporate Rules (BCRs)

δεσμεύω/δεσμευτικός = (to) bind/be binding upon

∆ευτερογενής αγορά = Secondary Market

δήλωση περιουσιακών στοιχείων = statement of assets

δημόσια πρόταση για εξαγορά μετοχών = take-over bid

δημοτικό διαμέρισμα [dimotiko diamerisma] = municipal district

δημοτικός σύμβουλος = municipal councillor

διαβίβαση δεδομένων [diavivasi dedomenon] = data transfer

διαγραφή από το χρηματιστήριο [diagrafi apo to xrimatistirio] = delisting from the stock exchange

Procedural Hearing and Case Management Conference = Διαδικαστική Συνδιάσκεψη Ακρόασης και Διαχείρισης της Υπόθεσης

Διαδριατικός Αγωγός Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης (ΤΑΡ) & Συνοδευτικές Εγκαταστάσεις – Ελληνικό Τμήμα = Trans Adriatic High-Pressure Natural Gas Pipeline (TAP) & Accompanying Installations – Greek Section

διάθεση κεφαλαίων = capital allocation

διάθεση μετοχών = disposition of shares

διακανονισμός των συναλλαγών = settlement of transactions

διάταγμα = order, decree

διαφέρον εκπλήρωσης = expectation interest

δικαίωμα πρώτης προτίμησης = right of first refusal

δήλωση απαίτησης [dilosi apaitisis] (διαιτησία) = statement of claim (arbitration)

δήλωση βούλησης = declaration of will

διαδικαστική διαταγή (διαιτησία) [diadikastiki diatagi] = procedural order (arbitration)

Διαδριατικός Αγωγός Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης (ΤΑΡ) = Trans Adriatic High-Pressure Natural Gas Pipeline (ΤΑΡ)

διακήρυξη (για αναδόχους έργων) [diakirixi] = invitation to prequalify

διακομιστής επί γραμμής = online server

διακοπή συγκοινωνιών/εργασιών [diakopi sygkinonion/ergasion] = breakdowns of transport/operations

διακριτικό γνώρισμα = distinctive sign, distinctive mark

διακριτικό σημείο = distinctive sign

διαλογική συζήτηση = deliberation

διαλυτική αίρεση = condition subsequent

διανοία κυρίου = reputed owner

διάνοιξη ορυγμάτων = trench digging

διαπίστωση της απαξίας της συμπεριφοράς = (to) establish misconduct

διασύνδεση διαδικτύου [diasindesi diadiktiou] = web interface

Δ.Η.Σ.Σ.Ε. = Interbank Electronic Cheque Clearing System

διαστασιολόγηση = dimensioning

διατάξεις της νομοθεσίας περί [diataxeis tis nomothesias peri] = statutory provisions on

διατήρηση του μεριδίου της αγοράς = retention of market share

διατυπώσεις = formalities

διαφέρον εκπλήρωσης = expectation interest

διαφέρον εμπιστοσύνης = reliance interest

διαφορά υπέρ το άρτιο, διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο = share premium

διαφορική προσαύξηση = differential increment

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΣΦΑ ΑΕ) = HELLENIC GAS TRANSMISSION SYSTEM OPERATOR (DESFA S.A.)

Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. (ΔΕΔΔΗΕ) = Hellenic Electricity Distribution Network (HEDNO)

διαχωρισμός (όρων σε σύμβαση) = severability

διαχωρισμός περιουσίας συζύγων = division of marital estate

διγαμία = bigamy

Διεθνές κέντρο για την επίλυση των διαφορών του Αμερικάνικου Οργανισμού Διαιτησίας = Ιnternational Center for Dispute Resolution (ICDR) of the Αmerican Arbitration Association (AAA)

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ) = International Accounting Standards (IAS)

Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) = International Financial Reporting Standards (IFRS)

Διεθνής Κωδικός Θέσης – Global Location Number (GLN)

διεκδικητική αγωγή = action of replevin

διεκδικούν τα δικαιώματά τους ξανά = assert their rights again

διεξάγω δραστηριότητες = carry out activities

διεξάγω υπόθεση/διεξαγωγή υπόθεσης = handle a case/handling of the case

διευθύνουσα επιτροπή [diefthinousa epitropi] = steering committee

Διεύθυνση Προσωπικού = Human Resources Division/Department

δικαιόγραφο = document of title

δικαίωμα προεγγραφής = subscription right

δικαίωμα προτίμησης [dikaioma protimisis] = preemptive right

δικαίωμα προτίμησης στην έκδοση [dikaioma protimisis stin ekdosi] = issue preemptive right

δικαίωμα υπογραφής = signing authority

δικαιώματα ψήφων που ενσωματώνονται στις μετοχές = voting rights attaching to shares

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων. = HEARS the case under cross-proceedings

δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης [dikeiopraktiki dilosi voulisis] = juridical declaration of will

Δικαίωμα εκδότη πρόωρης εξόφλησης των ομολογιών = call option

Δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης των ομολογιών, δικαίωμα πώλησης = put option

δικαιώματα τοπογραφίας ημιαγωγών [dikeomata topografias imiagogon] = semi-conductor topography rights

δικαστικές αρχές [dikastikes arches] = legal authorities

Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου = The London Court of International Arbitration (LCIA)δικαιώματα ψήφου της Εκδότριας = voting rights in the Issuer

δικαστική προστασία = relief

δικαστικό ένσημο = judicial stamp duty

δικαστικό τεκμήριο = judicial presumption

δικονομική επικουρικότητα = procedural subsidiarity

Διοικητική Επιτροπή Σημάτων = Administrative Committee for Trade Marks

Διοικητική Μέριμνα = Logistics

Διοικούσα Επιτροπή Χρηματιστηριακών Αγορών Χρηματιστηρίου Αθηνών = Stock Markets Steering Committee of Hellenic Exchanges/Athens Stock Exchange

διολίσθηση του προγράμματος [diolisthisi programmatos] = slump in time

διπλότυπο είσπραξης = duplicate receipt

διπλότυπο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής = duplicate copy of advance payment of lawyer’s statutory fees

δομικά στοιχεία [domika stihia] = components

δομοστοιχεία = modules

δουλευμένα έξοδα χρήσης και έσοδα επομένων χρήσεων = accrued expenses and unearned revenue

ΔΣΜ Διαχωρισμένης Ιδιοκτησίας = ownership unbundled TSO

δυνάμενοι για εργασία, δυνάμενοι να εργαστούν [dinameni gia ergasia, dinameni na ergastoun] = work-able

δώρο Πάσχα = Easter bonus

δωροεπιταγή [doroepitagi] = gift certificate

εγγεγραμμένες πιστώσεις [eggegramenes pistoseis] = appropriations entered in the budget

έγγραφα εισαγωγικά της δίκης = documents instituting the proceedings

έγγραφα και απαραίτητα δικαιολογητικά = paperwork, documentation

εγγύηση καλής εκτέλεσης [eggiisi kalis ektelesis] = performance guarantee

εγγύηση λειτουργικότητας [eggiisi litourgikotitas] = functional guarantee

εγκαταστάσεις = fittings

εγκατάσταση (εταιρείας) = place of business

εγκύκλιος [egkyklios] = circular

εγχώριος/εξωχώριος λογαριασμός = onshore/offshore account

Εθνική Αναλογιστική Αρχή = National Actuarial Authority

Εθνική Επιτροπή για την Ενέργεια και το Κλίμα [Ethniki Epitropi gia tin Energia kai to Klima] = Greek National Energy and Climate Committee

Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΣΕΚ) = National Council for Research and Innovation (NCRI)

Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ενέργεια και το Κλίμα [ethniko schedio drasis gia tin energia kai to klima] = National Action Plan for Energy and Climate

Εθνικός Ενεργειακός Σχεδιασμός [ethnikos energiakos schediasmos] = National Energy Planning

ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας = special proceedings for labour remuneration disputes

ειδική διαδικασία γαμικών διαφορών [idiki diadikasia gamikon diaforon] = special proceedings for matrimonial disputes

ειδική συγγραφή υποχρεώσεων / Ε.Σ.Υ. = special conditions of contract / SCC

Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς = Special Identity Card for Aliens of Hellenic Descent

ειδικό στέλεχος (οικ.) = talon (finance)

εικαζόμενη παράβαση = supposed infringement

εισήγηση = keynote address

εισοδηματίας = rentier

εκ παραδρομής = owing to a clerical error

εκ του περισσού = for the sake of completeness

Έκδοση Κοινού εμπραγμάτως ασφαλισμένου Ομολογιακού Δανείου = Issuance of an ordinary bond loan secured by collateral

έκθεση επίδοσης = certificate of proof of service (by bailiff)

εκκρεμότητες = outstanding issues

εκνίκηση τρίτου = judgment awarded to third party

εκπληρώνω υποχρέωση = (to) fulfil an obligation

εκ των προτέρων αθέτηση = anticipatory breach

εκπλήρωση υποχρεώσεων = (to) discharge/fulfil obligations, (to) comply with obligations

εκποίηση = divestiture

εκπόνηση ασκήσεων ετοιμότητας [ekponisi askiseon etoimotitas] = preparation drills

εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών = bondholder agent

έκπτωση τόκων = interest discount

εκτελεστέα σύμβαση = executable contract

εκτελεστικός διευθυντής = Executive Director

εκτελεστό απόγραφο = enforcement order

εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα = unless otherwise defined herein

εκτός αν άλλως προκύπτει από τα συμφραζόμενα = unless otherwise clear from the context

εκτός σχεδίου δόμηση = off-plan building

εκφώνηση της υπόθεσης = calling of the case

εκχώρηση = assignment

εκχώρηση απαίτησης λόγω ενεχύρου = assignment by way of pledge

εκχώρηση απαίτησης προς εξασφάλιση άλλης απαίτησης = assignment by way of collateral

εκχωρητήριο =  deed of assignment

έλαβε γνώση = took note of

ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση = diminished financial situation

Ελεγχόμενες Αλλοδαπές Εταιρείες (ΕΑΕ) = Controlled Foreign Corporations (CFC)

ελευθεριότητα = gratuity

ελλείψει = in the absence of

Ελληνική Εταιρεία Υδάτων (ΕΕΥ) [elliniki eteria idaton] = Greek Water Company

ελληνικό γενικό λογιστικό σχέδιο (ΕΓΛΣ) = Greek general accounting plan

Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων A.E. (ΕΛΚΑΤ) = Hellenic Central Securities Depository S.A.

Ελληνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) = Hellenic Power Transmission System (ESMIE)

εμπίπτει στις αρμοδιότητές του = (to be) covered by its remit

εμπίστευμα = trust

εμπιστευματοδόχος ή ωφελούμενος = beneficiary

εμπιστευματούχος = trustee

εμπορικά συμφέροντα = trade interests

εμπορικές υποχρεώσεις [emporikes ipochreosis] = trade liabilities

εμπορική πρακτική [emporiki praktiki] = trade practices

εμπορικός αντιπρόσωπος = commercial agent

εμποροϋπάλληλοι = tradespeople

εμπράγματη ασφάλεια = lien

ενάλιος αρχαιολογικός χώρος [enalios archeologikos horos] = seaside archaeological site

έναρξη διαπραγμάτευσης των μετοχών της Εταιρείας στο Χρηματιστήριο Αθηνών = the start of trading of the Company’s shares on the Athens Stock Exchange

έναρξη εκτέλεσης χωματουργικών εργασιών = start of earthworks

έναντι πληρωμής = in return for payment

έναντι συνολικού τιμήματος = for a total of (e.g. EUR …)

Έναντι Φορτωτικών Εγγράφων (Τοις Μετρητοίς) = Sight Documentary Collections

Έναντι Φορτωτικών Εγγράφων (Επί Προθεσμία) = Time Documentary Collections

(εργασίες) εναπόθεση υλικών [enapothesi ylikon] = materials deposition

εναρμονισμένη πρακτική = concerted practice

ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς = economic operators concerned

ενδοημερήσια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας = intra-day electricity market

ενδοομιλικές συναλλαγές = transfer pricing

ενέγγυα Πίστωση = Letter of Credit

ενεργειακός συμψηφισμός = net-metering

ενεργητική νομιμοποίηση = standing to sue, locus standi

ενεχυράζω [enehirazo] = to pledge

ενεχύραση [enehirasi] = pledging

ενεχύρασμα [enehirasma] = pledged property

ενεχυραστής [enehirastis] = pledgee

ενέχυρο [enehiro] = pledge

ενεχυρόγραφο = warrant

ενεχυρούχος δανειστής [enehirouhos danistis] = pledgor

ενισχύσεις ιδιωτικών επενδύσεων = aid for private investments

εννοιολογικοί προσδιορισμοί = definitions

έννομο συμφέρον = vested interest

ένορκη βεβαίωση = sworn affidavit

ένορκη κατάθεση = sworn testimony

ενοχή (αστικό δίκαιο) = obligation (civil law)

ένσταση (enstasi) = plea, objection

ένσταση αοριστίας (enstasi aoristias) = objection of vagueness

ένσταση εκκρεμοδικίας = plea of lis pendens

ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης = defence of non-fulfilment of the contract

ένσταση παραγραφής = plea of limitations

ενσωματώθηκε (Οδηγία ΕΕ), ενσωμάτωση (Οδηγίας ΕΕ) = transposed, transposition

εντάλματα έγκρισης δαπανών = expenditure authorisation orders

Ενταύθα (στο τέλος επικοινωνίας/εγγράφου) = In town

εντεταλμένος = authorised person

έντυπο/φόρμα εγγραφής μέλους = member registration form

εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγένεια = blood relationship of kinship or a relationship by marriage

εξ αδιαθέτου διαδοχή = intestacy

εξ αδιαθέτου κληρονόμος = intestate heir

εξ ορισμού και από το σχεδιασμό = by default and by design

εξαγορά ιδίων μετοχών = buyback

εξάγω συμπέρασμα = draw conclusions

εξαγωγή στοιχείων, πληροφοριών = extract of information

εξαιρετέα ημέρα, εξαιρετέες ημέρες = exempted day, exempted days

εξάλειψη (άρση) υποθήκης = removal (discharge) of mortgage

εξασφαλιστικά έγγραφα = security documents

εξασφαλιστική αξία εμπραγμάτων βαρών = secured value of collateral

ειδικευμένος υπάλληλος [idikevmenos ipalilos] = qualified employee

έξοδα διοικητικής λειτουργίας [exoda litourgias diathesis] = administration expenses

έξοδα λειτουργίας διάθεσης [exoda litourgias diathesis] = selling expenses

εξορθολογισμός = to streamline

εξυγίανση [exygiansi] = consolidation

εξώδικη ενέργεια = out of court action

εξώδικος διακανονισμός = extrajudicial settlement

εξωσυμβατική ενοχή, εξωσυμβατικές ενοχές = non-contractual obligation(s)

εξωχρηματιστηριακή διαπραγμάτευση [exoxrimatistiriaki diapragmatevsi] = otc-trading

εξωτερική ανάθεση = outsourcing

Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης [Exoterikes Ypiresies Prostasias kai Prolipsis] = external services for prevention and protection at work

επαγγελματική εκπαίδευση, κατάρτιση, δεξιότητες = vocational education, training, skills

επαγγελματική στέγη = professional space

επαγγελματοβιοτέχνες = artisans

επάγει, δέχεται και αντεπάγει όρκους = administer, accept and take reverse oath

επαΐων = expert

επαναληπτική γενική συνέλευση = adjourned general meeting

επαναληπτική ψηφοφορία = run-off

επαναπροώθηση [epanaproothisi] = refoulement

επαναρίθµηση µελών Ε∆ (Εθνικού Δημοτολογίου) = renumbering of

επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση [epanafora ton pragmaton stin proigoumeni katastasi] =  restoration or restitution to the previous condition (restitutio in integrum)

επαχθής αιτία = pecuniary consideration

επενδύσεις σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις = investments in affiliated undertakings

επείγουσες περιστάσεις = exigent circumstances

επέκταση εγγύησης [epektasi eggiisis] = sales concessions

επενδυτικό κοινό = investing public

επεξεργασία και αξιοποίηση = processing and utilisation

επιβοηθητική = ancillary, supplementary

επιβολή κανόνων – enforcement of rules

επίδικος = disputed, contested

επίδομα ειδικών συνθηκών [epidoma idikon sinthikon] = allowance for special conditions

επίδομα ετοιμότητας [epidoma etimotitas] = on-call allowance

επίδομα πληροφορικής = IT allowance

επίδομα ταμειακό = treasury allowance

επιδομή [epidomi] = superstructure

επιζήμιος = prejudicial

επικαλούμαι εκ νέου = (to ) cite again

επικείμενος κίνδυνος και άφευκτη ανάγκη [epikimenos kindinos ke afefkti anaggi] = imminent risk and inevitable need

επικουρικά = in the alternative

επικουρικότερα = in the further alternative

επικουρική αγωγή = subsidiary action / subsidiary statement of claim

επικυρώνω = formalise

επιλαμβάνονται ζητημάτων που άπτονται = (to) address issues related to

επιμέλεια περιεχομένου [epimelia periechomenou] = content curation

επισπεύδω [epispevdo] = to bring forward

επιστημονική ορθότητα = scientific relevance

επιστολή εξασφάλισης = comfort letter

(αντίστοιχο) επιτόκιο οθόνης = (applicable) screen rate

επιστολή πρόθεσης = letter of intent

επιστολή συναίνεσης = accession letter, letter of consent

επίστρωση = coating

επισφαλείς απαιτήσεις = doubtful debts

επίσχεση = retention

επιταγή προς εκτέλεση = order for execution

Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων = Employment and Social Affairs Committee

Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος = Credit and Insurance Committee of the Bank of Greece

Επιτροπή Δεοντολογίας και Καλών Πρακτικών = Ethics and Good Practices Committee

Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών = Internal Market and Consumer Affairs Committee

Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Ελληνικής Βουλής = Hellenic Parliament’s Committee on Institutions and Transparency

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (Ε.Κ.) = Hellenic Capital Market Commission (HCMC)

Επιτροπή Τραπεζικής Τεχνικής και Πρακτικής του ΔΕΕ = ICC Commission on Banking Technique and Practice

ΕΠΟ = approval of environmental terms

επιχειρηματικό κεφάλαιο [epixirimatiko kefaleo] = venture capital

εργολαβία δίκης = contingency fee agreement

εργολήπτης = contractor

εργοταξιάρχης = site manager

έργω ή λόγω = act or utterance

έσοδα από μισθώματα = rental revenue

εσωτερικές διαδικασίες = internal procedures

εσωτερικές δικλείδες = internal control

εσωτερικός κανονισμός = by-laws

Εσωτερικός Κανονισμός Εργασίας = Internal Labour Regulations

ΕΤΑΑ = Unified Insurance Fund for the Self-Employed

εταιρεία λαϊκής βάσης = grassroots company

Εταιρείες Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών = Closed-end Investment Companies

εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) = limited liability company  (LLC)

εταιρεία συμμετοχών = holding company

Εταιρικά Οµόλογα = Corporate Bonds

εταιρική λειτουργία = corporate service

εταιρική συμμετοχή = partnership interest

ετεροβαρής [eterovaris] = unilateral

ετερρόρυθμη εταιρεία = limited partnership

ετήσια λογιστική περίοδος = annual period

ευθύνη με υπαιτιότητα = fault-based liability

ευρετηριάζω = (to) index

ευπρεπής ενδυμασία = dress code

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound) = European Foundation for the improvement of living and working conditions (Eurofound)

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP) = European Centre for the Development of Vocational Training (CEDEFOP)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA) = European Agency for Safety and Health at Work (EU-OSHA)

εφαρμογή για κινητές συσκευές [efarmogi gia kinites siskeves] = mobile application

εφαρμοστέο δίκαιο = governing law, choice of law

εφεξής αποκαλουμένων από κοινού = jointly referred to hereinafter as

Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων = Ephorate of Modern Monuments

εχέγγυα πίστωση = credit guarantee

εχέγγυος προκαταβολή = guarantee deposit

έχει κινήσει τη διαδικασία = has initiated the process

έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στη σύμβαση = shall have the meaning ascribed to them in the agreement

ζηµία αποµείωσης = impairment loss

ζημιογόνα γεγονότα = events giving rise to damage

ζημιογόνος = loss-making

ζημιωθείς = injured party

ζήτημα διαφορετικότητας [zitima diaforetikotita] = diversity issue

ζυγολόγια = weighing records

η με ημεροχρονολογία ../../…. επιστολή σας = your letter dated ../../….

η παρούσα σύμβαση συντάχθηκε σε τόσα πρωτότυπα όσα και οι συμβαλλόμενοι, πλέον ενός (1), το οποίο θα επιδοθεί κατά τα ανωτέρω = this Agreement has been drawn up in as many original copies as the parties, plus one (1), to be served as above

ήθη και έθιμα [ithi ke ethima] = habits and customs

ηλεκτρική έλξη [ilektriki elxi] = electric traction

Ηλεκτρονικός Κωδικός Αναγνώρισης Σημείου Παράδοσης (ΗΚΑΣΠ) = Electronic Delivery Point Identification Code

ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη συγκόλλησης [ilektroparagoga zevgi sygkolisis] = welding generators

ημεδαπή δημόσια τάξη = domestic public policy

ημερήσιες καταθέσεις = overnight deposits

Ημερήσιο Δελτίο Τιμών (ΗΔΤ) = Daily Statistical Bulletin (DSB)

ημερομηνία καταγραφής (ημερομηνία προσδιορισμού των δικαιούχων), ημερομηνία αποκοπής του δικαιώματος προτίμησης [χρηματοοικ.] = record date [in finance]

ημερομηνία μετάβασης ελέγχου = control transition date

θα τεθεί σε ισχύ = it shall enter into force

θεσμικά όργανα = institutions

θετικό διαφέρον = restitution interest

θα θεωρηθεί έκπτωτος = (to be) deemed to be in default

θιγμένος = aggrieved

ιδία αντίληψη = first-hand knowledge, to know first hand

ίδιες μετοχές = treasury shares

ιδιόγραφη διαθήκη = holographic will

ιδιοκατοίκηση, ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα = owner-occupied property

ιδιοταγής = proprietary

Ι.Ε.Π.Υ.Α. (Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας) = Private Security Company

ιδιωτικός βίος = privacy

ιδρυτής του εμπιστεύματος = settlor – trustor

ικανότητα δικαίου = legal capacity

ικανότητα διαδίκου = capacity to be a party to legal proceedings

ικανότητα προς δικαιοπραξία [ikanotita pros dikeopraksia] = capacity for legal transaction

ικρίωμα = scaffolding, rack

Ισολογισμός Μετασχηματισμού = Transformation Balance Sheet

ισόποσο της αξίας = counter value

ιστορική αιτία = factual background

ιστορικό = background / the matter under consideration

ιστορικό διεκπεραίωσης [istoriko diekpereosis] = processing history

ισχυρίζομαι όλως γενικώς, αορίστως και απαραδέκτως = to argue quite generally, vaguely and inadmissibly

καθ’ υπέρβαση εξουσίας = action ultra vires

καθαρά/ρευστά διαθέσιμα = net cash

καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία = net realisable value

καθίστανται απαιτητά = fall due

Καθοδηγητική Επιτροπή = Steering Committee

κακή χρήση των προσωπικών δεδομένων [kaki chrisi ton prosopikon dedomenon] = improper use of the personal data

κακοτεχνίες = poor

καλαθοφόρα [kalathofora] = platform baskets

καλή πίστη = good faith

καλύπτω / φέρω τα έξοδα = (to) bear the costs

κανόνας δικαίου = legal rule

Κανονισμός της Βουλής = Parliament’s Rules of Procedure

Κανονισμός Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού = Competition Commission’s Rules of Internal Procedure and Management

Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (ΚΜΛΕ) [Kanonismos Metalleftikon kai Latomikon Ergasion] = Regulation of Mining and Quarry Operations

Κανονισμός Χρηματιστηρίου Αθηνών = ATHEX Exchange Rulebook (see http://www.helex.gr/web/guest/athex-regulations-home)

Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης = Staff Regulations

Κανονιστική Συμμόρφωση = Compliance

κατά γράμμα = to the letter

κατ’ αποκοπή = lump sum

κατά μείζονα λόγο [kata mizona logo] = a fortiori

καταγγελία για σπουδαίο λόγο = termination for cause

καταναλωτές τελικοί χρήστες = end-user consumers

καταπιστευτική μεταβίβαση [katapisteftiki metavivasi] = fiduciary transfer

Κατάσταση Συνολικών Εσόδων = Statement of Comprehensive Income

Κατάσταση Χρηματοροών = Statement of Cash Flows

κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω = notwithstanding the above

κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντων διατάξεων = the delegated provisions adopted pursuant thereto

κατά περίπτωση = on a case-by-case basis, as the case might be, where appropriate, as appropriate, where relevant

κατά τα λοιπά = as to the remainder

κατά τη διακριτική τους ευχέρεια = at their discretion

κατά την άσκηση των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί = in exercise of the powers conferred on him by

κατά την ορθότερη γνώμη = in the proper opinion

κατάσταση χρηματοοικονομικής θέσης [katastasi chrimato-ikonomikis thesis] =  statement of financial position

κάτι που δεν ισχύει εν προκειμένω, πράγμα που δεν ισχύει σε αυτή την περίπτωση = quod non in this case

κατοικημένες περιοχές [katikimenes perioxes] = built-up areas

καθίσταται ληξιπρόθεσμο = to fall due

κατανομή εσόδων = application of proceeds

κατάντη συστήματα [katandi sistimata] = downstream systems

καταπλεονεκτούμενος [katapleonektoumenos] = party that claims relief

Κατάστασης Αποτελεσμάτων κατά λειτουργία [katastasi apotelesmaton kata litourgia] = income statement by function (of expense)

κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσεως = income statement

Κατάσταση Μεταβολής Καθαρής Θέσης  = Statement of Changes in Equity

καταψηφιστική απόφαση = decision for performance

κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς = guidelines on vertical restraints

κατηγορούνται ότι ενεπλάκησαν = (to) be reportedly a part of

καύση = combustion

κέντρα φιλοξενίας = accommodation centres

κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης = hotspots

κενό (διάταξης σε σύμβαση) = loophole

κεφάλαια από λειτουργικές δραστηριότητες [kefalaia apo leitourgikes drastitiotites] = funds from operations (FFO)

κεφαλαιοδότηση = funding

κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας = custodian of vacant estate

ΚΗΜΔΗΣ = Central Electronic Public Procurement Registry

κίνδυνος επισφάλειας [kindinos episfalias] = risk of default

κίνδυνος σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό = likelihood of confusion on the part of consumers

κίνδυνος συνθηκών αγοράς = market condition risk

κίνδυνος συνειρμικής συσχετίσεως = risk of associative confusion

κινητό πράγμα = movable property

κλειόμενη χρήση = closed fiscal year

κληρονομητήριο = certificate of inheritance

κλίβανος = kiln

κλονισμός της έγγαμης σχέσης [klonismos tis eggamis sxesis] = impairment of the marital relationship

κοινά έργα = joint projects

κοινές άυλες ονομαστικές μετά ψήφου μετοχές = ordinary, registered, dematerialised, voting shares

κοινές μετοχές με δικαίωμα ανάκλησης = callable common shares

κοινές μετοχές με δικαίωμα πώλησης από τους επενδυτές στην εταιρεία = putable common shares

κοινολόγηση [kinologisi] = disclosure

κοινοπραξία = joint venture (JV), consortium

κοινός νομοθέτης = ordinary legislator

κοινωνικοί εταίροι = social partners, management and labour

Κόμβος Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ΚΟΜΒΟΣ Π.Ι.) = Credit Institutions Hub

ΚΠολΔ 682: «Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703, τα Δικαστήρια σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή την ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν» = Article 682 of the Greek Code of Civil Procedure: “In the case of urgency or in order to prevent an imminent danger, the courts may, under the special procedure provided for in Articles 683 to 703, order interim measures to secure or preserve a right or to regulate a situation, and to reform or revoke them”

Κ.τ.Ε. / Κύριος του Έργου = Project Owner

κτηματολογική πράξη = land registry deed

κτηματική περιοχή = non-residential area

κρυφά ελαττώματα [kryfa elattomata] = latent defects

κυλιόμενη πρόβλεψη = rolling forecast

κύρια αγωγή = principal statement of claim

κύρια κατοικία [kiria katikia] = principal residence

κύριες και παρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις = main and ancillary procedural acts

Κώδικας Αγοράς Εξισορρόπησης = Balancing Market Code

Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας (ΚΑΔ) = Activity Code Number (KAD)

κώδικας επιχειρηματικής συμπεριφοράς = code of business conduct

Κωδικοποιημένου Κανονισμού Λειτουργίας Συστήματος Άυλων Τίτλων = Codified Regulation on the Operation of the Dematerialised Securities System

Κωδικός Αριθμός Μερίδας Επενδυτή (K.A.M.E./KAME) στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ./ΣΑΤ)= Investor’s Share’s Code Number in the Dematerialised Securities System (DSS)

κώλυμα αναγνώρισης/εκτελέσεως = impediment to recognition/enforceability

Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας – ΛΑΓΗΕ ΑΕ [litourgos agoras ilektrikis energias – LAGIE AE] = Hellenic Electricity Market Operator – LAGIE S.A.

λειτουργούσα επιχείρηση [litourgousa epichirisi] = going concern

λεπτομέρειες διενέργειας = modalities

λογαριασμός κάλυψης δανειακών υποχρεώσεων = loan liability account

Λογισμικό ως Υπηρεσία [logismiko os ipiresia] = Software as a Service, SaaS

λογιστική αξία = carrying value, book value

λογοδοτώ, λογοδοσία = (to be) accountable to, accountability

λόγω έκτακτης ανάγκης = because of urgency

λόγω της βαρύτητας = due to the importance

(προβαίνω σε) μαζικές απολύσεις [proveno se mazikes apolisis] = (to make) mass redundancies

μακροπρόθεσμο ενεργητικό = non-current assets

μαρτυρική κατάθεση [martiriki katathesi] = witness statement

με απόσπαση στο γραφείο του/της = (be) on secondment to the office of

με επιμέλεια, με τη φροντίδα = with the concern, with the care of

με πρωτοβουλία [me protovoulia] = with the initiative of

μέθοδος του πραγματικού επιτοκίου = effective interest method

μείζων σκέψη = basic premise

μειοψηφών = dissenting

μελέτη διαστασιολόγησης [meleti diastasiologisis] = sizing study

μελέτη εφαρμογής = detailed final design

Μελέτες Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον, Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) [Meleti Perivallontikon Epiptoseon] = ΕΙΑ, Environmental Impact Assessment

μελέτη κόστους οφέλους = cost benefit analysis (CBA)

Μελέτη Περιβαλλοντικών και Κοινωνικών Επιπτώσεων (ΜΠΚΕ) = Environmental and Social Impact Assessment (ESIA)

μελέτη προσωρινής σήμανσης [meleti prosorinis simansis] = temporary signage design

μελετητής [meletitis] = design engineer

μερίδα συμμετοχής = equity interest

μερίδια ΟΣΕΚΑ (διάθεση) = units of UCITS / UCITS units (marketing)

μερισματαποδείξεις = coupon-dividend

μέση σταθμισμένη με τον όγκο συναλλαγών χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής = average trading price weighted by trading volume

μεταβατικοί λογαριασμοί παθητικού =  deferred income and accrued expenses

μεταβιβάζων – αποκτών (μετοχές) = transferror – transferee (shares)

μεταβίβαση αιτία θανάτου = transfer due to death

μεταβλητότητα στόχου = target volatility

μεταγενέστερη νομοθεσία = change in law

μεταγραφή = conveyance, entry into the conveyance records of the Land Registry

μετατροπή των νομισματικών στοιχείων = translation of monetary items

μετοχή της δημόσιας πρότασης [metoxi tis dimosias protasis] = tender offer share

μετοχολόγιο = shareholders registry

μέτρα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων / στην εργασία [metra asfaleias kai ygeias ton ergazomenon / stin ergasia] = occupational health and safety measures

Μέτρα Ατομικής Προστασίας (ΜΑΠ) [metra atomikis prostasias] = Personal Protective Equipment (PPE)

μη αμφισβητούμενες αξιώσεις = undisputed claims

μη εγκατεστημένες νομικές μονάδες = non-resident legal units

μη παράγωγες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις = non-derivative financial liabilities

Μη υπάρχοντος άλλου θέματος προς συζήτηση λύεται η Συνεδρίαση = There being no other item on the agenda, the Meeting was brought to a close

μισθολογική εξέλιξη = wage development

μισθολογική εξίσωση = wage equation

μισθολογικό κλιμάκιο = wage scale

μισθός = salary

μισθωτός = salaried employee

μοιχεία = adultery

μονάδες επεξεργασίας μη επικίνδυνων αποβλήτων = non-hazardous waste processing facilities

μόνιμη κατοικία = domicile

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών = Single Member First Instance Court of Athens

Μονοπρόσωπη ΕΠΕ (ΜΕΠΕ) = Single Member Limited Liability Company (SMLLC)

μορφότυπος = format

μνημόνιο συναντίληψης = cooperation agreement

μπορούν κάλλιστα να ικανοποιούν διαρκείς ανάγκες = they are particularly suitable for satisfying constant needs

ναυλωτής / φορτωτής = charterer

νομική προσωπικότητα [nomiki prosopikotita] = juristic personality

νομική σκέψη = legal reasoning, legal premise

Νομική Υπηρεσία = Legal Department

Νομικό Βήμα – ΝοΒ = Nomiko Vima Law Review

Νομικό Συμβούλιο του Κράτους = Legal Council of State

νομικός έλεγχος [nomikos elenhos] = legal due diligence, LDD

νόμιμη αιτία = due cause

νόμιμη, ισχυρή, απρόσβλητη [nomimi, isxyri, aprosvliti] = legal, enforceable and incontestable

νόμιμο ενέχυρο = statutory pledge

νομιμοποιείται ενεργητικώς = has locus standi

νομιμοποίηση διαδίκων = the parties have capacity to bring proceedings

νόμιμος τίτλος = legal title

νομίμως εκπροσωπούμενου/ης = legally represented

νομίμως θεωρημένα = duly endorsed

νομοθεσία περί ασφάλειας και υγείας στο εργοτάξιο [nomothesia peri asfaleiaw kai ygeias sto ergotaxio] = law/statutory provisions on safety and health on site

Ν. 2472/1997 «Περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων» = Law 2472/1997 on the protection of. individuals with regard to the processing of personal data

ξενώνας φιλοξενίας [ksenonas filoksenias] = hospice

Ο κάτωθι υπογεγραμμένος …… διά της παρούσης βεβαιώνω = I, the undersigned ……, hereby certify

Οδηγός Μελετών Οδικών Έργων (ΟΜΟΕ) [Odigos Meleton Odikon Ergon] = Road Design Guidelines Manual (OMOE)

οικιακά = homemaker

οικογενειακή επανένωση [ikogeniaki epanenosi] = family reunification

οικοδομική υπέρβαση = building overrun

οικονομικά μεγαθήρια [ikonomika metathiria] = financial behemoths

Οικονομικής Έκθεσης Α’ Εξαμήνου 2018 = H1 2018 Financial Report

Οικονομικά αποτελέσματα του 1ου εξαμήνου του 2018 = Financial results for the 1st half of 2018

οικονομικές αντιξοότητες [ikonomikes antiksootites] = financial adversities

οικονομική προσιτότητα = affordability

οικονομικό ημερολόγιο = financial calendar

όλα τα προϊόντα = the totality of products, all products

ολοκλήρωση (εργασίας) = turnaround

ολόσωμη ζώνη ασφαλείας [olosomi zoni asfaleias] = full body harness

ομόλογα ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων = mortgage-backed securities (MBS)

ομολογιακό δάνειο = bond loan

ομόρρυθμη εταιρεία = general partnership

ό.π. = op. cit.

οπισθογράφηση, έγκριση = endorsement

οπισθογραφώ, εγκρίνω = endorse

οπλισμένες πλάκες σκυροδέματος = reinforced concrete slabs

οπότε τα ποσά αυτά = whereupon such amounts

οπτικά και ηχητικά πανομοιότυπο = visually and phonetically identical

όπως (κάθε φορά) ισχύει = as in force (from time to time)

όπως προβλέπεται από το νόμο = as provided for by law

οργανισµός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) =  undertakings of collective investment in transferable securities (UCITS), collective investment undertakings

Οργανισμός (Υπουργείου Εξωτερικών, Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας κλπ) = Statute (of the Ministry of Foreign Affairs, of the Ministry of Environment and Energy, etc.)

όργανο λήψης αποφάσεων = deliberative body

οργανόγραμμα = organisational chart

οργανόγραμμα προσωπικού = personnel organisation

οργανωμένη αγορά = regulated market

ορθές πρακτικές = good practices

οριστική απόδειξη = conclusive proof

oριστική μελέτη = general final design

όρκος θρησκευτικός / πολιτικός [orkos thriskeftikos / politikos] = oath / affirmation

ουσιώδης ανακρίβεια = material misstatement

ουσιώδης σύνδεσμος (σχετ.: Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα) = real connecting link (re: Brussels IIa Regulation)

ουσία αβάσιμο = unfounded on the merits

ουσιαστική διάταξη του νόμου = substantive law

ουσιαστικά θέματα [ousiastika themata] = key issues

ουσιαστικό δεδικασμένο = res judicata

οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος = balance purchase price

οχήματα στοιβασίας και μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (ΟΣΜΕ) = stowage and container transport vehicles

παθητική νομιμοποίηση = standing to be sued

παθητική ομοδικία = joinder of defendants

παλαιοί μέτοχοι = existing shareholders

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΠΕΔΜΕΔΕ) = Panhellenic Association of Engineers Contractors of Public Works (PEDMEDE)

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΠΕΔΜΗΕΔΕ) = National Union of Certified Mechanical and Electrical Engineers, and Public Works Contractors (PEDMIEDE)

Πανελλήνια Ένωση Συνδέσμων Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΠΕΣΕΔΕ) = Panhellenic Union of Public Works Constructors Association (PESEDE)

Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών (ΣΑΤΕ) = Association of Greek Contracting Companies (SATE)

παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας = fee in the event of an application to set aside the default judgment

παραγωγικός ιστός [paragogikos istos] = productive fabric

παραδοχή της συνεχιζόμενης δραστηριότητας = going concern assumption

παραεισαγωγή, παράλληλη εισαγωγή [para-isagogi, parallili isagogi] = parallel import

παραίνεση = exhortation

παραίτηση από το δικόγραφο = withdrawal of the legal document

παρακράτηση κυριότητας [parakratisi kyriotitas] = retention of title

παραμετροποίηση = customisation

Παράρτημα = Annex, Schedule

παραρτήματα, προσαυξήματα, παρακολουθήματα [parartimata, prosafximata, parakolouthimata] = annexes, accessories, appurtenances

παραστατικά απόκτησης μετοχών = warrants

παραχωρούμενα υλικά [parahoroumena ilika] = licensed materials

Πάρεδρος = Associate Judge

παρέλκυση της δίκης = (to) protract the proceedings

παρελκυστικώς [parelkistikos] = obstructively

παρέκταση αρμοδιότητας = prorogation of Jurisdiction

παρεμπίπτον βούλευμα = obiter dictum

παρεπόμενα έξοδα = incidental expenses/costs, ancillary costs

ΠΕΚ = ECFI

παρόντες Σύμβουλοι = Councillors in attendance

παροχή προτάσεων [parochi protaseon] = to provide input

Πάροχος Υπηρεσίας Διαδικτυακής Πληρωμής = Internet Payment Service Provider

παύση αναγνώρισης = derecognition

πενιχρές επιδοτήσεις = meagre grants

πενιχρά μέσα = meagre means

πεπραγμένα = proceedings

Περιβαλλοντική Αποδοτικότητα = Eco-Efficiency

περιέρχομαι [perierchome] = (to) vest in (somebody)

περιοδική εκπόνηση ασκήσεων ετοιμότητας [periodiki ekponisi askiseon etimotitas] = periodic drills

περίοδος τοκισμού / περίοδος υπολογισμού  = interest period

περιουσιακή κατάσταση = financial condition

περιστατικό = occurrence, event

πιθανολογείται μετά βεβαιότητας = to be speculated with certainty

πίνακας διαθέσεως αποτελεσμάτων = appropriation account

πινάκιο = table

πινάκιο (δικαστηρίου) = docket

Πιστοποιητικό Ισχύουσας Εκπροσώπησης = Certificate of Valid Representation

πιστοποιητικό καταλληλότητας [pistopoiitiko katallilotitas] = certificate of fitness

πιστωτική εγγυητική επιστολή = stand by letter of credit

πιστωτικός τίτλος [pistotikos titlos] = negotiable instrument

πλειοψηφικός έλεγχος [pliopsifikos elenhos] = majority control

πληθώρα = a host of

πλήρης, πραγματική ή τεκμαιρόμενη γνώση = full, actual or constructive knowledge

πλήρης αντίθεση = stark contrast

πληρωμή υποχρεώσεων = payment appropriation

πλήρωση ΧΥΤΑ = landfill saturation

πλησίον κατοικημένων περιοχών = in the vicinity of residential areas

πνευματικό δημιούργημα = brainchild

πολιτική καταγγελίας παρατυπιών [politiki kataggelias paratipion] = whistleblowing policy

πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη = civil claimant in the criminal proceedings

πολιτιστικό αγαθό [politistiko agatho] = cultural object

πολυκαναλικές εκστρατείες = omnichannel campaigns

πολύμορφη και πολύπλευρη συνεργασία = multiform and multi-faceted cooperation

πόντιση καλωδίων = cable laying

ποσοστό δικαιωμάτων ψήφου = percentage of voting rights

(που αντιστοιχούν σε) ποσοστό συμμετοχής 1% στο κεφάλαιο της Εταιρείας = representing a stake of 1% in the Company’s capital

ποσοστό φτωχών = poverty headcount

(το) πραγματικό του άρθρου … = the factual requirements of Article …

πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης δικαστηρίου = transcript of the public hearing of the court

πρακτικά δίκης και προτάσεις = transcripts and written pleadings

πρακτικά που τηρήθηκαν με το σύστημα της φωνοληψίας = audio-recorded transcripts

πράξη = instrument, act, deed

πράξη μεταγραφής = deed of conveyance

πράξη ορισμού συζήτησης [praksi orismou sizitisis] = order fixing date of hearing

πράξη παρακαταθήκης, πράξη συστάσεως εμπιστεύματος = deed of trust

πράξη συλλογικού μποϋκοτάζ [praksi silogikou boycotaz] = collective boycott

πράξη συστάσεως (εμπιστεύματος) = deed of settlement

Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) = Act of Ministerial Cabinet (AMC)

προβλεπόμενη διάρκεια ζωής της πελατείας = projected life span of clientèle

πρόβλεψη / προβλέψεις [provlepsi / provlepseis] (νόμου, προγράμματος κλπ) = provision / provisions (of law, plan, etc.)

πρόβλεψη για απομείωση απαιτήσεων = provision for receivables impairment

προβλέψεις πωλήσεων = sales projections

προγράμματα διαχείρισης = management plans

Προδιαγραφές Ψηφιακής Υποβολής Μελετών Οδοποιίας (ΠΨΥΜΟ) = Road Design Digital Submission Specifications (RDDSS)

Πρόεδρος Πρωτοδικών = President of the First Instance Court Judges

Πρόεδρος Υπηρεσίας [Proedros Ipiresias] = President of the Office

προεξόφληση απαιτήσεων = receivables discounting

προεξοφλητικό επιτόκιο [proexoflitiko epitokio] = discount rate

προθεσμία πληρωμής [prothesmia pliromis] = payment term

προϊόν της εκκαθάρισης = proceeds of liquidation

προϊοντική πολιτική = product policy

προκαταβολές και λοιπές απαιτήσεις = advances and other receivables

προκαλείται δαπάνη σε βάρος [prokalite dapani se varos] = to incur expenditure against

προκαταβολή = advance payment

προκαταβολή φόρου = payment on account of tax

προκαταρκτικό ενηµερωτικό δελτίο (στη διάθεση ομολόγων) = preliminary prospectus

προμήθεια αντιπροσώπου [promithia antiprosopou] = agency fee

προμήθεια διαχειρίσεως (κοινοπρακτικά δάνεια) [promithia diaxiriseos] = agency fee

προμήθεια υπηρεσίας [promithia ipiresias] = agency fee

προμηθευτές και λοιπές υποχρεώσεις [promitheftes ke lipes ipoxreosis] = suppliers and other payables

προς γνώση της και για κάθε νόμιμη συνέπεια = to become aware of any legal consequences

προσβολή προσωπικότητας [prosvoli prosopikotitas] = infringement of the right of personality

προσεπικαλώντας τον … σε αναγκαστική παρέμβαση = summoning the … to a third-party forced intervention

προσημείωση υποθήκης = prenotation of mortgage, mortgage prenotation

πρόσθετη παρέμβαση / προσθέτως παρεμβαίνων = permissive intervention / permissive intervenor

προσθήκη αντίκρουση = addendum in rebuttal

προσκομιζόμενα/προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως = adduced and invoked

προσκύρωση = adjudication

πρόσοδος, πρόσοδοι = annuity, annuities

προσροφητικά υλικά = absorbents

προστασία των εργαζομένων από φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες = protection of workers against physical, chemical and biological agents

προστατευόμενο αγαθό = protected right

προστήσας = master

προστηθείς = servant

προσφερόμενες μετοχές [prosferomenes metoxes] = tendered shares

προσύμφωνο πώλησης = memorandum of sale

προσφυγή σε δικαστικές ενέργειες = resort to litigation

προσωπική εταιρεία = partnership

προσωρινή διαταγή [prosorini diatagi] = temporary injunction

προσωρινή και οριστική παραλαβή Δημόσιου Έργου [prosorini kai oristiki paralavi dimosiou ergou] = provisional and final acceptance of Public Project

προσωρινή ρύθμιση κατάστασης [prosorini rithmisi katastasis] = provisional settlement

προτάσεις = pleadings

πρώτο εκτελεστό απόγραφο = first enforcement order

πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, Π.Φ.Υ. [protovathmia frontida igias]  = primary health care

πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής = certificate of delivery and acceptance

πρότυπα διοίκησης = governance standards

Πρότυπες Ρήτρες = Model Clauses

προφανώς αβάσιμος = manifestly ill-founded

πτωχευτικός συμβιβασμός = composition in bankruptcy

πυρόλυση = pyrolysis

ρήτρα εγγύησης (σε σύμβαση αντιπροσωπείας) = ρήτρα delcredere

ρήτρα εγκυρότητας = salvation clause

ρήτρα μη μεταβίβασης [ritra mi metavivasis] = negative pledge

σε αντίθετη περίπτωση = otherwise, if this is not the case

σε αυτό το πλαίσιο [se afto to plaisio] = against that background

σε μονάδα ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης -FTE = full-time equivalent, FTE

σε συνεχή βάση = on an ongoing basis

σε σχέση με = in respect of, with respect to, as regards

σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή = in full force and effect

ΣΔΙΤ = PPP

σειρά (ομολογιακού δανείου) = tranche

Σήμανση Εκτελούμενων Έργων σε Οδούς (ΣΕΕΟ) [simansi ekteloumenon ergon se odous – seeo] = Road Work Zones Signage

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ = THE COURT THEN REASONED ACCORDING TO THE LAW

σκόπιμο = advisable

σταθεροποιημένα βιοαπορρίμματα [statheropiimena vioaporimata] = stabilised biowaste

Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων (ΣΕΜΠΟ) = Container Station

Σταυροειδής πρόωρη εξόφληση = cross acceleration

στελεχιακό/ανθρώπινο δυναμικό = human resources

στενογράφος (δικαστηρίου) [stenografos] = court reporter

(εταιρεία) στερούμενη Α.Φ.Μ. = non-resident

στο αμέσως προσεχές διάστημα = in the very short run, in the coming months

στο εργοτάξιο [sto ergotaxio] = on site

στοχοθεσία [stoxothesia] = goal-setting, target-setting

στρατηγική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων [stratigiki ektimisi ton perivalontikon epiptoseon] = StrategicEnvironmental Assessment

στρεψοδικία [strepsodikia] = judicial chicanery

συγγενή αδικήματα [syggeni adikimata] = kindred offences

συζυγική στέγη = marital house, matrimonial home

συμβάν = incident

σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών [simvasi anadiarthrosis ofilon] = debt restructuring agreement

Σύμβαση Ανάληψης Χρημάτων = Cash Pooling Agreement

σύμβαση εφοπλισμού = ship management agreement

συμμετοχικότητα [simetohikotita] = inclusivity

συναλλακτικά ήθη = trade practices

συναλλακτικές ρυθμίσεις = trading arrangements

συνεγκατάσταση (τεχν.) [sinegatastash] = collocation

συνεπάγεται ακυρότητα = (to) give rise to nullity

σύνολο κυκλοφορούντων [sinolo kikloforounton] = total current assets

συντηρητικά μέτρα [sintiritika metra] = precautionary measures

συντηρητική κατάσχεση = provisional seizure

(διαδικασία) συνδιαλλαγής άρθρου 99 = conciliation (procedure) under Article 99

συνεπής στις συμβατικές υποχρεώσεις = consistent with the contractual obligations

συνομολογώ / συνομολόγηση [sinomologo / sinomologisi] = stipulate / stipulation

Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης = Master Financial Assistance Facility Agreement

στρατιωτικών παραγγελμάτων = Drill Commands

στρατιωτικοί βαθμοί = Military Ranks

συγκέντρωση (εταιρείες) = merger (companies)

Σύμβαση Ανακυκλούμενης Πίστωσης Εξασφαλισμένης με Εγγυήσεις = Secured Revolving Credit Facility

Σύμβαση Ανάληψης Υποχρέωσης = Undertaking

σύμβαση ανοχής [simvasi anohis] = standstill agreement

Σύμβαση Ενεχύρου Ασφαλιστηρίων = Insurance Pledge Agreement

Σύμβαση Μελέτης, Προμήθειας και Κατασκευής = EPC contract

Σύμβαση Μεταφοράς Αξιών = Valuables Transport Contract

συμβάσεις χρηματοδοτικής πώλησης και επανεκμίσθωσης ακινήτων = sale and leaseback agreements

Συμβολαιογράφος = Notary (Notary Public is a public servant hence the term cannot be used with reference to Greek Notaπαρries)

Συμβουλευτικές Υπηρεσίες Επιστρεπτέων Δαπανών = Reimbursable Advisory Services

συμβουλευτικό όργανο [simvouleftiko organo] = consultative body

συμμέτρως = on a pro rata basis

συμπληρωματικότητα = complementarity

σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) = Public-private partnership (PPP)

σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία [symfona me tin isxyousa nomothesia] = in accordance with the applicable law

συμφωνητικό σύμπραξης (δημοσίου-ιδιωτικού τομέα) = (Public Private) Partnership Agreement

Συμφωνία περί Δημοσίων Συμβάσεων (ΣΔΣ) = Agreement on Government Procurement (GPA)

σύμφωνος = in line with

συμψηφισμός = set-off

συναλλακτικά ήθη = trade practices

συναλλακτικό δίκαιο [sinalaktiko dikeo] = trade law

συναρμόδιες υπηρεσίες = co-responsible agencies/services

συνεργασίες = partnerships

συνισταμένη = resultant

συνυπογραφή = counter-signature

συνοδευτική επιστολή = cover letter

συνολική αναφορά = comprehensive report

συνυπαιτιότητα = contributory fault chargeable

συνυποσχετικό = arbitration agreement

σχεδιάγραμμα εταιρικής δομής = organisation chart

Σχέδιο Ασφάλειας Υγείας (ΣΑΥ) [Sxedio Asfaleias Ygeias] = Health & Safety Plan (HSP)

Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ) = Open city spatial and housing organisation plan

σχεδόν μονοπωλιακή θέση στην αγορά = near monopoly of the market

σχέση προστήσεως = principal-agent relationship

Συλλογή της νοµολογίας / ΣυλλΝομολ / Συλλογή / Νομολ. = European Court Reports / ECR

Σύνδεσμος Ελληνικών Εταιρειών-Γραφείων Μελετών(ΣΕΓΜ) = European Federation of Engineering Consultancy Associations (EFCA)

συνταγολόγιο = prescription book

Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) = Dematerialised Securities System (D.S.S.)

σωρευτική αναδοχή χρέους = collateral obligation

τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία, μέτρα ασφάλειας και υγείας = the statutory provided health and safety measures

τεθωρακισμένα = armored fighting vehicles

τέως (τ.) [teos] = formerly

τακτική διαδικασία = ordinary proceedings

τακτική καταγγελία [taktiki kataggelia] = termination for convenience

Τ.Α. – Τμήμα Ασφαλείας = Security Department

Ταμείο Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΜΕΔΕ) = Engineers and Public Works Constructors Fund (EPWCF)

ΤΑΝ = Lawyers’ Insurance Fund

τελευταία κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων = last common habitual residence of the spouses

τελολογική ερμηνεία = purposive approach, purposive construction, purposive interpretation

τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις = judicial fee with all lawful parafiscal charges

τεχνική μελέτη έργου [techniki meleti ergou] = project technical design

τεχνική του πλάσματος = plasma technology

Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) = Technical Chamber of Greece (TEE)

τεχνογνωσία = know-how

τεχνολογικές υπηρεσίες σε σχέση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές = engineering services in connection with computers

Τιμή Άσκησης των Δικαιωμάτων Προτίμησης = Option Strike Price

τιμή διάθεσης (μετοχών) = issue price

τιμολογιακή πολιτική = pricing policy

τιμολόγιο = invoice

τιτλοποίηση απαιτήσεων = securitisation

τίτλος καθαρής θέσης = equity instrument

το γράμμα του νόμου, το πνεύμα του νόμου = ratio legis

τοκομερίδια = coupons

τόκος επιδικίας = statutory litigation interest

τόκος τόκου [tokos tokou] = compound interest

τόπος παροχής/αντιπαροχής [topos paroxis/antiparoxis]  = place of performance/counter-performance

τραβηκτική, τραβηκτικές = draft, drafts

τριτενέργεια [tritenergia] = third party effect of fundamental rights (Drittwirkung)

τρόπος άσκησης δικαιώματος προαίρεσης [tropos askisis dikaiomatos proairesis] = option exercise method

τροφείο (διατακτική σίτισης) [trofio, diataktiki sitisis] = food voucher

τσιμεντένια μπλόκα = thrust blocks

τσιμεντόστρωση = cement screed

ΤΥΠΔΑ = Athens Lawyers’ Healthcare Fund

Τυποποιημένες Συμβατικές Ρήτρες = Standard Contractual Clauses

τυχαία περιστατικά = fortuitous events

Υγραέριο = Liquefied Petroleum Gas

υδροφόρος ορίζοντας [idroforos orizontas] = aquifer

(για την) υλοποίηση των στόχων = (to) implement the objectives

υλοποίηση και παρακολούθηση = implementation and follow up

(που) υπάγεται = (which) comes under the

υπαίτια πράξη = fault-based act

(μη) υπαίτιο μέρος [(mi) ipetio meros] = (non) defaulting party

υπαίτιος της αδικοπραξίας  = tortfeasor

υπάλληλος με οργανική θέση = officer occupying a permanent post

υπάρδευση, υπόγεια άρδευση = underground irrigation

υπέρ, προς όφελος = shall endure to the benefit of

υπερισχύουν έναντι κάθε άλλης αντίθετης διάταξης = take precedence over any contrary terms

υπεύθυνος επεξεργασίας (προσωπικών δεδομένων) = controller

Υπηρεσία Σημάτων = Trademark Office

υπηρεσίες επί γραμμής = on-line services

υπηρεσίες οπτικής τηλεπληροφόρησης = Videotext services

Υπηρεσίες Οπτικής και Ηχητικής Πληροφόρησης (ΟΗΠ) = Audio Visual Information Services (AVS)

Υπηρεσίες πολυμεσικών μηνυμάτων προστιθέμενης αξίας (PMMS) = Premium Multimedia Messages Services (PMMS)

υπηρεσίες σύντομων μηνυμάτων προστιθέμενης αξίας  = Premium Short Messages Services (PMMS)

υπηρεσίες τηλεηχοπληροφόρησης = Audiotext services

Υπηρεσίες Υπερτιμημένων Κλήσεων = premium rate services

υπό ευρεία έννοια = in a broad sense

υπό συνθήκη κεφάλαιο = conditional capital

υποβολή αναφορών = reporting

υποκατάσταση = subrogation / novation

υποκεφαλαιοδότηση = thin capitalisation

υπόλοιπο ζημιών χρήσεως εις νέο = loss balance carried forward

υπόμνημα αντίκρουσης (διαιτησία) = statement of defence, SoD (arbitration)

υπόµνηµα απαίτησης (διαιτησία) = statement of claim, SoC (arbitration)

υπομνήματα μετά την ακροαματική διαδικασία (διαιτησία) = post-hearing briefs (arbitration)

υποσημείωση, υπόμνημα = annotation

υποστηρίγματα (ανάρτηση στον τοίχο) = brackets (pinning)

Υποσχετική Επιστολή = Letter of Undertaking

Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων – ΥΠΕΧΩΔΕ [YPEXODE] = Ministry of Environment Spatial Planning and Public Works

υπόχρεος σε καταβολή φόρου = person liable for payment of the tax

υποχρέωση πίστης = fiduciary duty

υποχρεωτική δημόσια πρόταση = mandatory tender offer

υφαρπαγή φήμης [ifarpagi fimis] = passing off

υφαρπάζω τους πελάτες = taking over one’s customers

ύψους περί τα = which amounts to some (e.g. EUR …)

Φάκελος Ασφάλειας Υγείας (ΦΑΥ) [Fakelos Asfaleias Ygeias] = Health & Safety File (HSF)

ΦΕΚ τεύχος Α.Α.Π. (Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων) = Government Gazette, Volume of Compulsory Expropriations and City-Planning

ΦΕΚ τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ. (Υπαλλήλων Ειδικών Θέσεων και Οργάνων Διοίκησης Φορέων του Δημοσίου και Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα) = Government Gazette, Volume of Special Position Employees and Administration Bodies of the Public Sector and the Broader Public Sector Agencies

φορέας δικαιώματος = to have vested rights

Φόρμα Αναφοράς Βλάβης (RMA) = Fault Report Form (RMA)

φύρα πελατών (βαθμός μετακίνησης πελατών) = degree of customer switching

φυσικό έδαφος = natural terrain

φυτοτεχνική μελέτη αποκατάστασης = agricultural rehabilitation study

φωνοληψία = voice

χημικά πρόσμικτα σκυροδέματος = chemical admixtures

χρεωστικοί τίτλοι = debt instruments

Χρεωστικοί Τόκοι = Interest Paid

χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης = non-pecuniary damages

χρηματιστηριακή τιμή [xrimatistiriaki timi] = market price

χρηματόγραφα, χρεόγραφα = securities

χρηματοδότης = finance party

χρηματοοικονομικές πράξεις = financial operations

χρηματοπιστωτικά μέσα = financial instruments

χρηστά ήθη [christa ithi] = good morals

χρηστά συναλλακτικά ήθη [christa sinalaktika ithi] = fair trading

χρηστή και συνετή διαχείριση = sound and prudent management

χρονίζοντα εμπόδια = lingering obstacles

χρονικό παράθυρο = time slot

χρονοεπίδομα [chronoepidoma] = seniority allowance

χρονοπρογραµµατισµός διεργασιών = process scheduling

χρόνος πρόγνωσης = forecasting time

χρόνος υπηρεσίας = length of service

χρονοσήμανση = time stamp

χωματόδρομοι = hardstandings

χωρίς προσήλωση στις λέξεις [xoris prosilosi stis leksis] = without having to adhere to the words

χωριστή ενότητα [choristi enotita] = set-top box

χωροθέτηση = siting, location

χώροι υγιεινής [chori ygieinis] = sanitary facilities

Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμάτων, XYTΑ [choros ygionomikis tafis aporimaton] = landfill

Χώρος Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων, XYTY [choros ygionomikis tafis ypolimaton] = residual sanitary landfill

χώρος εργασίας [xoros ergasias] = workplace

χωροταξικός σχεδιασμός = land use planning

ψευδωνυμοποίηση = pseudonymisation

Ψηφιακό Μοντέλο Εδάφους = Digital Terrain Model (DTM)

ψυχική οδύνη = mental anguish

ωρομίσθιο = hourly-pay

(the) meeting is closed = λύεται η συνεδρίαση

(the) Members of the BoD met=  τα μέλη του ΔΣ συνήλθαν σε συνεδρίαση

Memorandum of Understanding (MoU) = Μνημόνιο Κατανόησης, πρωτόκολλο συναντίληψης

minor = ανήλικος

Minutes = Πρακτικό / Πρακτικά

mortgage = υποθήκη

must be complied with = πρέπει να τηρείται/τηρούνται

notarial deed = συμβολαιογραφική πράξη

(to) observe / comply with a term = τηρώ όρο

of legal age, adult = ενήλικος

offshore company = υπεράκτια εταιρεία

on behalf of = για λογαριασμό τού

on the reverse = στην πίσω πλευρά (του εγγράφου, π.χ. για τους όρους συναλλαγών)

on the same day = αυθημερόν

Ordinancy of the judge = διάταξη δικαστή

parental donation = γονική παροχή

personal servitude = προσωπική δουλεία

possession = νομή

(έχω) προσφύγει = (to) have brough the dispute to the

prescriptive acquisition of ownership = κτητική παραγραφή

Private Company (PC) = Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)

proforma = προτιμολόγιο

ready access = άμεση πρόσβαση

redemption = εξώνηση

rider = συμπλήρωμα, πρόθεμα (συναλλαγματικής)

rights and obligations = δικαιώματα και υποχρεώσεις

(to be) subject to availability = προϋποθέτει τη διαθεσιμότητα

sole Item on the agenda = μοναδικό θέμα ημερήσιας διάταξης

successor = καθολικός διάδοχος

assign = ειδικός διάδοχος

cessation/suspension of payments = παύση πληρωμών

terms and conditions (Ts and Cs) = όροι και προϋποθέσεις

trover lawsuit (replevin) = διεκδικητική αγωγή

trustee in bunkruptcy = σύνδικος πτώχευσης

(the BoD) unanimously resolves = (το ΔΣ) αποφασίζει ομόφωνα

unless otherwise agreed = εάν δεν συμφωνηθεί διαφορετικά/άλλως

unless otherwise permitted = εκτός εάν επιτρέπεται διαφορετικά

upon prior written consent = υπό την προϋπόθεση προηγούμενης έγγραφης συναίνεσης

upon request of the interested party = κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου μέρους

usucaption (ordinary/extraordinary) = χρησικτησία (τακτική/έκτακτη)

waive the right (of/to) = παραιτούμαι από το δικαίωμα

waste management = διαχείριση αποβλήτων

water management = διαχείριση υδάτων

with immediate effect = με άμεση ισχύ

with its registered seat (office) in = η οποία εδρεύει (για εταιρείες)

written notification = έγγραφη ειδοποίηση

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου και του εν γένει περιεχομένου του ιστολογίου Greek Law in English σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως προτεινόμενος τρόπος μετάφρασης των εν λόγω εκφράσεων χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.

Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Η χρήση του ‘shall’

Η χρήση του ‘shall’ στη σύνταξη νομικών κειμένων ήταν από τα πρώτα θέματα που τέθηκαν υπό αμφισβήτηση στα πλαίσια της προσπάθειας εκσυγχρονισμού της σύνταξης νομικών κειμένων στα αγγλικά. Η χρήση του θεωρείται από τους υποστηρικτές της απλής αγγλικής όχι μόνο περιττή αλλά και ακατάλληλη, δεδομένου ότι έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαμάχης ως προς την ακριβή έννοια στα νομικά ή νομοθετικά κείμενα. Αντ’ αυτού προτείνεται η χρήση του ‘must’, στην περίπτωση που πρέπει να υποδηλωθεί υποχρέωση προς πράξη ή παράλειψη, ενώ όταν γίνεται αναφορά σε μελλοντική πράξη ή παράλειψη το ‘will’ προτιμάται ως πιο ακριβές.

Posted in ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΥΦΟΣ

Απαρχαιωμένες Λέξεις στη Σύνταξη Αγγλικών Νομικών Κειμένων

Ορισμένες λέξεις ή φράσεις που έχουν καθιερωθεί στη σύνταξη νομικών κειμένων στα αγγλικά θεωρούνται πλέον απαρχαιωμένες και σύμφωνα με τις αρχές της απλής αγγλικής πρέπει να αποφεύγονται ή να αντικαθίστανται με τις αντίστοιχες λέξεις της καθομιλουμένης.

Οι πλέον συνήθεις λέξεις, οι οποίες θεωρούνται απαρχαιωμένες, είναι:

Abovementioned / Aforementioned / Aforesaid

Hereinafter / Heretofore / Hereby / Herewith / Herein / Hereon / Hereto / Hereof /

Hereunder

In witness whereof

The said

Thereof / Thenceforth

These presents

Unto and upon

Whatsoever / Howsoever / Wheresoever/ Whosoever

WHEREAS / Whereupon

Witnessesth

Notwithstanding

Για παράδειγμα η φράση ‘of even date herewith’ μπορεί να αντικατασταθεί με τη φράση ‘dated the same as this document’ ενώ η φράση ‘the date hereof’ με τη λέξη ‘today’.

Posted in ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΥΦΟΣ

Ακρωνύμια και Συντομογραφίες

AAR (Against All Risks) = Κατά παντός κινδύνου

ADB (Asian Development Bank) = Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης

ADR (Alternative Dispute Resolution) = Εναλλακτικοί Τρόποι Επίλυσης Διαφορών

AFDB (African Development Bank) = Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης

AGM (Annual General Meeting) = Ετήσια Γ.Σ. (Ετήσια Γενική Συνέλευση)

ANSI (American National Standards Institute) = Αμερικανικό Εθνικό Ίδρυμα Προτυποποίησης

API (American Petroleum Institute) = Αμερικανικό Ινστιτούτο Πετρελαιοειδών

ASEAN (Association of South East Asian Nations) = Ένωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας

ATBA (Area to Be Avoided) = Περιοχή που πρέπει να αποφεύγεται

AWB (Air Waybill) = Αεροπορική Φορτωτική

Β2Β (Business to Business) = Επιχείρηση προς Επιχείρηση

B2C (Business to Consumer) = Επιχείρηση προς Καταναλωτή

B/C (Benefit/Cost Ratio) = Λόγος οφέλους-κόστους

Β/Ε (Bill of Exchange) = Συναλλαγματική

B/L (Bill of Lading) = Φορτωτική

BoD (Board of Directors) = Διοικητικό Συμβούλιο

CEO (Chief Executive Officer, USA) – MD (Managing Director, UK) = Διευθύνων Σύμβουλος

CAD (Cash Against Documents) = Πληρωμή με την Παράδοση

CARICOM (Caribbean Community) = Κοινότητα της Καραϊβικής

CARIFTA (Caribbean Free Trade Association) = Ένωση Ελεύθερων Συναλλαγών Καραϊβικής

CBD (Central Business District) = Εμπορικό κέντρο

CFRC&F (Cost & Freight) = Αξία και Ναύλος

CFS (Container Freight Station) = Σταθμός Φορτίου Εμπορευματοκιβωτίων

CIF (Cost, Insurance, Freight) = Αξία, Ασφάλεια και Ναύλος

CIP (Carriage and Insurance Paid to) = Μεταφορά και Ασφάλεια Πληρωμένη έως

COD (Cash on Delivery) = Αντικαταβολή

CPT (Carriage Paid To) = Μεταφορά Πληρωμένη Έως

DDP (Delivered Duty Paid) = Παραδοτέο Δασμός Πληρωμένος

DDU (Delivered Duty Unpaid) = Παραδοτέο Δασμός Απλήρωτος

DES (Delivered Ex Ship) = Παραδοτέο εκ του πλοίου

DEQ (Delivered Ex Quay) = Παραδοτέο εκ της προκυμαίας

EA (Environmental Assessment) = Περιβαλλοντική Αξιολόγηση

ΕΕΖ (Exclusive Economic Zone) = Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ)

EFTA (European Free Trade Association/Area) = Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ)

ΕDΤ (Estimated Delivery Time) = Εκτιμώμενος χρόνος παράδοσης

ΕΤΑ (Estimated Time of Arrival) = Εκτιμώμενος χρόνος άφιξης

ETD (Estimated Time of Departure) = Εκτιμώμενος χρόνος αναχώρισης

EXW (Ex Works) = Εκ του Εργοταξίου

FAS (Freight Along Ship / Free Alongside) =  Ελεύθερο παράπλευρα του πλοίου

FCA (Free Carrier) = Ελεύθερο στον μεταφορέα

FCL (Full Container Load) = Φορτίο Πλήρους Εμπορευματοκιβωτίου, Πλήρες Κοντέινερ

FOB (Free on Board) = Ελεύθερο Επί του Πλοίου

GATT (General Agreement on Tariffs and Trade) = Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου

GDP (Gross Domestic Product) = Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ)

HAWB (House AWB) = House Αεροπορική Φορτωτική

Inc. (Incorporated) (USA) = Ανώνυμη Εταιρεία (ΗΠΑ)

LASH (Lighter Aboard Ship) = Φορτιγηδοφόρο ή Πλοίο ΛΑΣ

LIFO (Last In, First Out) = Τελευταίο μέσα, πρώτο έξω

LOF (Lloyd’s Open Form) = συμφωνία LOF (συνήθης συμφωνία διάσωσης/ρυμούλκησης “όχι διάσωση όχι πληρωμή” = “no cure no pay”)

Ltd (Limited Company) (UK) = Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (Αγγλία)

MAWB (Master AWB) = Master Αεροπορική Φορτωτική

p.a. (per annum) = κατ’ έτος

plc (public limited company) (UK) = Ανώνυμη Εταιρεία (Αγγλία)

p.p. (per procurationem) = α.α. (αντ’ αυτού)

PTO (please turn over) = Παρακαλώ γυρίστε σελίδα

QC (Queen’s Counsel) = Σύμβουλος της Βασίλισσας (τιμητική διάκριση δικηγόρου στην Αγγλία)

STB (Said To Be) = Λέγεται ότι είναι

VAT (Value Added Tax) = ΦΠΑ

GST (Goods and Services Tax) = ΦΠΑ (σε ορισμένες χώρες όπως Αυστραλία, Καναδά, Σιγκαπούρη κλπ)

viz (videlicet) = τουτέστιν

vs (versus) = εναντίον

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως πιθανός τρόπος απόδοσης των εν λόγω αγγλικών εκφράσεων στα ελληνικά χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.
Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ