ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

αγορά ηλεκτρικής ενέργειας επόμενης ημέρας = day ahead electricity market

αγωγή απαράδεκτη, αόριστη, (προδήλως/νόμω) αβάσιμη και αναληθής [agogi aparadekti, aoristi, (prodilos/nomo) avasimi kai analithis] = statement of claim inadmissible, vague, (manifestly/legally) unfounded and untrue

αγωγή κακοδικίας = action for miscarriage of justice

αδιαίρετος [adiairetos] = indivisible

αδιατάρακτη κατοχή [adiatarakti katohi] = quite possession

αδιαφιλονίκητη κυριότητα [adiafilonikiti kyriotita] = indisputable ownership

αδικαιολογήτως απών [adikeologitos apon] = Absent Without Official Leave, ΑWOL

αδικοπρακτική απάτη [adikopraktiki apati] = fraud in tort

αεριοποίηση = gasification

αερόσφυρα = pneumatic hammer

αμοιβή πράκτορα [amivi praktora] = agency fee

αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής = applications for injunction relating to possession

αίτηση αναίρεσης [aitisi anairesis] / αναίρεση [anairesi] = application for cassation / appeal in cassation

αίτηση θεραπείας [aitisi therapeias] = internal administrative appeal

αιτία ενεχύρου [aitia enechyrou] = by way of a pledge

(καταγγελία) αζημίως και για τα δύο μέρη [kataggelia azimios kai gia ta dyo meri] = (termination) without either party incurring any liability

ακίνητα εισοδήματος [akinita eisodimatos] = income properties

ακώλυτη άσκηση [akolyti askisi] = unhindered exercise

άλλοι χρηματοδοτικοί διαμεσολαβητές = other financial intermediaries

αμελλητί [ameliti] = without delay

Αμοιβαία Κεφάλαια Επιχειρηματικών Συμμετοχών [Amoivaia Kefalaia Epixeirimatikon Symmetoxon] = Closed-end Mutual Funds

(με) αμοιβαία συμφωνία [me amoivaia symfonia] = (by) mutual agreement

αμφίδρομο λογισμικό πολυμέσων [amfidromo logismiko polymeson] =  interactive multimedia software

αμφισβητείται [amfisviteitai] = is called into question

αναβατόρια [anavatoria] = builder hoists

αναβλητική αίρεση [anavlitiki airesi] = condition precedent

αναβολή επ’ αόριστον = adjourned sine die

αναγγελία απαίτησης [anaggelia apaitisis] = declaration of claim

αναγγελία πρόσληψης [anaggelia proslipsis] = recruitment notice

αναγκαστική διαχείριση [anagkastiki diaxeirisi] = administrative receivership

αναγκαστική εκποίηση = forced divestment

αναγνωριστική απόφαση [anagnoristiki apofasi] = declaratory judgment

αναγνωριστικό αίτημα [anagnoristiko aitima] = request for declaratory judgment

αναδιάρθρωση χρέους [anagnorisi xreous] = debt restructuring

αναδιατύπωση [anadiatyposi] = restatement

όμιλοι αναδόχων (στη διάθεση νέων χρεογράφων) = underwriting syndicates

αναιρεσείων / αναιρεσίβλητος [anaireseion / anairesivlitos] = cassationer / cassationee

ανακοίνωση της Επιτροπής [Anakoinosi tis Epitropis]= Communication from the Commission

ανακοίνωση της Επιτροπής περί του ορισμού της επίμαχης αγοράς για το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού = Commission notice on the definition of relevant market for the Community competition law

ανακοπή [anakopi] = opposition

ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής [anakoptomeni diatagi pliromis] = (payment order) opposed against

ανακόπτων / ανακόπτουσα (καθ’ ου η ανακοπή) [anakopton / anakoptousa (kathou i anakopi)] = petitioner in opposition (respondent in opposition)

αναλαμβάνω υποχρέωση [analamvano ypoxreosi] = (to) assume an obligation, undertake

αναλαμβάνω μετοχές [analamvano metoxes] = take up shares

αναληφθησόμενη / αναληφθείσα νέα μετοχή [analifthisomeni / analiftheisa nea metoxi] = new subscribed share

ανάληψη μετοχών [analipsi metoxon] = subscription of shares

αναλογική εφαρμογή [analogiki efarmogi] = mutatis mutandis application

ανάλυση ευαισθησίας ταμιακών ροών μεταβλητού επιτοκίου = variable interest rate cash flow sensitivity analysis

ανάλυση των επιχειρησιακών διαδικασιών [analysis ton epixeiriakon diadikasion] = Business Process Analysis

αναλυτικά δεδομένα [analitika dedomena] = granular data

αναλυτικά τιμολόγια έργων οδοποιίας (ΑΤΕΟ) = detailed road works pricing

αναπληρωματικό μέλος [anaplitomatiko melos] = alternate member

αναπληρωτής διευθυντής [anaplirotis diefthintis] = Deputy Director

αναπόσβεστο κόστος [anaposvesto kostos] = amortised cost

αναπόσβεστο υπόλοιπο [anaposvesto ypoloipo] = unamortised balance

αναπροσαρμογή μισθώματος [anaprosarmogi misthomatos] = rent review

αναπροσαρμογή προς τα πάνω (π.χ. μισθών) [anaprosarmogi pros ta pano] = adjust upwards (e.g. salaries, wages)

αναπροσαρμογή σε εύλογες αξίες [anaprosarmogi se evloges axies] = revaluation at fair value

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ, ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΚΑΙ Ε.Φ.Κ.= INDEPENDENT AUTHORITY OF PUBLIC REVENUE, DIRECTORATE-GENERAL OF CUSTOMS AND EXCISE DUTY

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε. (ΑΔΜΗΕ) = Independent Power Transmission Operator S.A. (IPTO, ADMIE)

ανεξάρτητο επιχειρηματικό σχέδιο [aneksartito epihirimatiko schedio] = Independent Business Review (IBR)

ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του = lies at the discretion of the

ανικανότητα εργασίας [anikanotita ergasias] = to be unfit for work

ανοικτές πωλήσεις [anoiktes poliseis] = short selling

ανταπόδειξη [antapodeixi] = counterevidence

αντιαγωγικές διαταγές = anti-suit injunctions

αντίγραφα = counterparts

αντίδικος = adversary party, other party, opposing party

αντικειμενική ευθύνη = strict liability

αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης [antimetopisi katastaseon ektaktis anagkis] = emergency response

Αντιπραγματισμός = Barter Agreement

αντιπροσωπευτικό έγγραφο = typical document

αντιπρόσωπος (σύμβαση διανομής) = dealer

αντιστήριξη [antistiriksi] = retaining structures

αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση = sale and leaseback

αντιπρόσωπος εξασφάλισης = security agent

αντίτυπα = original copies

άντληση κεφαλαίων = to raise funds

ανυπαίτιος = non-fault-based

Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία (ΑΕΒΕ) = Trading and Industrial Co. S.A.

Ανώνυμη Εταιρεία = Société Anonyme

Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) = Mutual Fund Management SA

Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου (ΑΕΕΧ) = Portfolio Investment Companies (PIC)

Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων Μεταβλητού Κεφαλαίου =  Investment Companies with Variable Capital

αξιολόγηση απόδοσης = performance appraisal

αξιολογικές – τελολογικές σταθμίσεις [aksiologikes – telologikes stathmisis] =  evaluative – purposive weightings

άοπλο σκυρόδεμα = plain concrete

απαλλαγμένο από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, εκνίκηση τρίτου, κατάσχεση, διεκδίκηση, μεσεγγύηση, δουλεία, απαλλοτρίωση και αποζημίωση από την αιτία αυτή, αμφισβήτηση, απαίτηση, μισθωτική σχέση, φόρους, τέλη και εισφορές = free of any lien, debt, mortgage, prenotation of mortgage, judgment awarded to third party, attachments, vindication, sequestration, easement, expropriation and compensation from this cause, contest, claim, rental relationship, taxes, duties and contributions

απαρτίζεται από = (to be) composed of

απεικόνιση = figurative element

απεικονιστική ένδειξη = figurative sign

απερίφραστα [aperifrasta] = unequivocally

απευθύνω καταγγελίες εναντίον = (to) lead complaints against

απογραφή = inventory, census

αποδεικτικά εισπράξεως = proof of receipt

αποδεικτική αξία = probative value

αποδίδω = ascribe

αποδίδω ευθύνη / να αποδώσει ευθύνες = (to) assign liability

αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων = return on equity (ROE)

αποδόσεις καλλιεργειών = crop yields

αποδοχή προϊόντων εγκλήματος = acceptance of stolen goods

αποδυναμώνεται = (to be) watered down

αποζημίωση πελατείας = indemnity for customers

αποθετήριο = depository

αποθήκη εύφλεκτων = warehouse of combustible

αποκατάστασης της ηθικής της βλάβης = recovery of moral (non-pecuniary) damage

αποκλειστική αντιπροσώπευση = exclusive distributorship

απόκτηση ποσοστού συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου = acquisition of an indivisible joint ownership interest in real property

απόλυτη αποτυχία = utter failure

απόλυτο δικαίωμα, δικαίωμα κατά την απόλυτη κρίση = unqualified right

αποπολιτικοποίηση της Δημόσιας Διοίκησης = to depoliticise public administration

απόσβεση αξίωσης = extinction/peremption of claim

απόσβεση ζημιών = to absorb losses

απόσβεση υποθήκης = extinction of mortgage

απόσπαση πελατείας [apospasi pelatias] = customer solicitation

αποτελέσματα εις νέο = retained earnings

αποτελέσματα εκμετάλλευσης = results of operation

αποτελέσματα περιόδου = end-of-period results

αποτέφρωση = incineration

απόφαση για διανομή κληρονομίας = order assigning residue

Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) [Apofasi Egrisis Perivalontikon Oron (AEPO), Egrisi Perivalontikon Oron (EPO)] = Approval of Environmental Terms

αποχρών λόγος = due cause

απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών κατ’ άρθρο 388 ΑΚ = unforeseen change in circumstances referred to in Article 388 of the Greek Civil Code

αποθεσιοθάλαμοι/χώροι απόθεσης = spoil pits

αποθηκευτικοί χώροι = stockroom

απόσχιση = spin-off

απουσιάζουν ή διαφωνούν = absent or dissenting

Aποτελέσματα χρήσεως = Profit and loss account

Άρειος Πάγος = Supreme Civil and Criminal Court of Greece (Areios Pagos)

Άρθρο 914 ΑΚ: «Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει» = Article 914 of the Greek Civil Code: “whoever acting unlawfully and in fault causes a pecuniary damage to another party, is obliged to compensate same”

αρχή της οικονομίας της δίκης [arhi tis ikonomias tis dikis] = principle of procedural economy

ΑΔΑ (Αριθμός Διαδικτυακής Ανάρτησης) = Online Publication Number

αριθμοδείκτης = ratio

Αριθμοδείκτης Ξένα προς Συνολικά Κεφάλαια > Debt to total assets ratio
Αριθμοδείκτης Ίδια προς Συνολικά Κεφάλαια > Owner’s equity to total assets ratio
Αριθμοδείκτης Ίδια προς Ξένα > Οwner’s equity to total liabilities ratio
Αριθμοδείκτης Βαθμού Κάλυψης Παγίων με Κεφάλαια Μακράς Διαρκείας
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Ενεργητικού > Asset turnover ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Ιδίων Κεφαλαίων > Owner’s equity turnover ratio
Αριθμοδείκτης Ταμειακής Ρευστότητας > Cash ratio
Αριθμοδείκτης Αμυντικού Χρονικού Διαστήματος > Defensive internal ratio
Αριθμοδείκτης Οικονομικής Μοχλεύσεως > Financial leverage ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Απαιτήσεων >Receivables turnover ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Αποθεμάτων >Inventories turnover ratio
Αριθµοδείκτης Γενικής ή Έµµεσης ή Ονοµαστικής ή Κυκλοφοριακής Ρευστότητας > Current ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Παγίων >Fixed assets turnover ratio
Αριθμοδείκτης Κυκλοφοριακής Ταχύτητας Εξόφλησης Υποχρεώσεων > Trade creditors to purchases ratio
Aριθμοδείκτης ειδικής (πραγματικής/άμεσης) ρευστότητας > Quick ratio
Κέρδη/Μέρισμα κατά μετοχή > Earnings/Dividend per share (EPS)
Τρέχουσα μερισματική απόδοση >Current dividend yield
Ποσοστό διανεμόμενων κερδών > Percentage of distributed profits
Εσωτερική αξία μετοχής > Book value per share
Λόγος χρηματιστηριακής τιμής προς εσωτερική αξία της μετοχής > Price to book value ratio
Τιμή προς Κέρδη ανά Μετοχή > price/earnings (P/E) ratio
Αποδοτικότητα Απασχολούµενων Κεφαλαίων > Return to total capital employed
Δείκτης Αποδοτικότητας Ιδίων Κεφαλαίων > Return on Equity
Αριθμοδείκτες Αποδοτικότητας > Profitability ratios

αριθμός απόφασης δημοτικού συμβουλίου (ΑΔΣ) = municipal council resolution

αρκούνται (π.χ. να ελέγξουν) = they are restricted to (e.g. checking),  content themselves with (e.g. checking)

αρμόδια φορολογική αρχή = competent tax authority

άρση της διαλυτικής αίρεσης = removal of condition subsequent

αρχή της επικουρικότητας = principle of subsidiarity

αρχές επιλογής εφαρμοστέου δικαίου = choice of law principles

αρχή της εύνοιας [arxi tis evnias] = the principle of favour

αρχή της ταμειακής κίνησης = cash basis

αρχή του δεδουλευμένου = accrual basis

αρχή των ίσων αποστάσεων = arm’s length principle

ασκώ αγωγές και ανταγωγές = to file claims and counterclaims

αστική εταιρεία = civil law partnership

Τέλος Ασφάλειας Ανεφοδιασμού = Security of Supply Fees

ασφαλιστική αποζημίωση = insurance reimbursement

ασφαλιστικά μέτρα = injunctive / interim measures

άτακτη καταγγελία = irregular termination

ατελώς [atelos] = gratis

αυλακώματα = mortises

αυξημένο αποδεικτικό κύρος = increased acknowledgement of validity

αυτεπάγγελτη έρευνα = ex officio investigation

αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο = the court of its own motion

αυτοκινούμενοι γερανοί = self-propelled cranes

αυτοματοποίηση μάρκετινγκ που βασίζεται στην διορατικότητα = insight-based marketing automation

αυτόματος προστατευτικός διακόπτης διαφυγής [aftomatos prostateftikos diakoptis diafygis] = residual-current device

αυτούσια μεταβίβαση = recovery in kind

άφεση, διαγραφή (χρέους κλπ) = remission

άφεση χρέους [afesi chreous] = release of debt

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ = HAVING EXAMINED THE CASE FILE

βάζω φρένο σε = put a brake on

βαθμός απόδειξης [vathmos apodiksis] = standard of proof

βαθμός συγγένειας = degree of relatedness

βαλτώνω [valtono] = to bog down

βασικά οικονομικά μεγέθη του κλάδου = financial fundamentals of the industry

βασικές πληροφορίες = key information

βασική τιμή μονάδας [vasiki timi monadas] = base unit price

βασικός μέτοχος = main shareholder

βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας παραμονής [veveosi katathesis etisi gia ekdosi adias paramonis] = certificate of application for a residence permit

βεβαίωση κατάθεσης και ημερομηνίας κατάθεσης αγωγής από γραμματέα =

endorsement of the fact and date of filing of the action by the clerk

βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στο N. 4178/2013 = certificate of completion of the process of submission to Law 4178/2013

βέλτιστες πρακτικές = best practices

βελτιωτικά δείκτη ιξώδους = viscosity index improvers

βοηθός εκπλήρωσης = fulfilment assistant

βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις = current liabilities

βρίθει αοριστιών = is rife with ambiguities

Γεγονός Διατάραξης Αγοράς = Market disruption Event

ΓΕΕΘΑ = HNDGS

γενεσιουργός λόγος [genesiourgos logos] = proximate cause

γενεσιουργός αιτία [genesiourgos aitia] = operative event

γενικές αρχές ασφάλειας και αναλογικότητας = principles of legal certainty and proportionality

γενική συγγραφή υποχρεώσεων = general specifications

Γενικός Απαλλακτικός Κανονισµός = General Block Exemption Regulation

γερανογέφυρα [geranogefyra] = overhead crane, tower crane

γεωδεσική διευθέτηση = geodesic setting

για λόγους σαφήνειας = in the interest of clarity

για τη νόμιμη σήμανσή του και την έκδοσή του κατά τη σειρά της παραγγελίας του = for its legal stamping and issuance as per order priority

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ = ON THESE GROUNDS, THE COURT HEREBY RULES AS FOLLOWS

γιατρός / ιατρός εργασίας [giatros/iatros ergasias] = occupational physician

γνήσιο και ακριβές αντίγραφο = true and correct copy

γνωμοδότηση = legal opinion

γονική μέριμνα [goniki merimna] = parental responsibility

γραμμάτια πληρωτέα [gramatia plirotea] = notes payable

γραμμάτιο δικηγορικής αμοιβής = note of lawyer fees

γραμμογράφηση = layout

γράφτηκε στο πινάκιο = entered in the docket

δάνεια αρνητικού κεφαλαίου = negative equity mortgages

δάνεια σε καθυστέρηση = loans in arrears

δανειακές υποχρεώσεις = loan commitments

δανειοθάλαμοι = borrow pits

∆εδουλευµένοι Τόκοι = Accrued Interest

δεδομένου ότι υπάρχει απαρτία (για πρακτικά συνεδριάσεων ΓΣ και ΔΣ) = given that there is a quorum

δείκτης οριοθέτησης = delineation marker

∆ΕΚ = ECJ

ΔΕΚΟ, Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί [deko, dimosies epichirisis ke organismi] =  state-owned enterprises

δελτίο χαρακτηριστικών [deltio charactiristikon] = data sheet

Δελτίων Δεδομένων Ασφάλειας Προϊόντος [deltio dedomenon asfaleias proiontos] = Product Safety Data Sheet (PSDS)

δεσμεύομαι έναντι = (to) be committed towards

δέσμευση (υπόσχομαι) = covenant (promise)

δέσμευση μετοχών = share lock-up, share blocking

δέσμευση του πελάτη = customer engagement

δέσμευση περιουσιακών στοιχείων = freezing of assets

Δεσμευτικοί Εταιρικοί Κανόνες = Binding Corporate Rules (BCRs)

δεσμεύω/δεσμευτικός = (to) bind/be binding upon

∆ευτερογενής αγορά = Secondary Market

δήλωση περιουσιακών στοιχείων = statement of assets

δημοτικό διαμέρισμα [dimotiko diamerisma] = municipal district

δημοτικός σύμβουλος = municipal councillor

διαβίβαση δεδομένων [diavivasi dedomenon] = data transfer

διαγραφή από το χρηματιστήριο [diagrafi apo to xrimatistirio] = delisting from the stock exchange

Procedural Hearing and Case Management Conference = Διαδικαστική Συνδιάσκεψη Ακρόασης και Διαχείρισης της Υπόθεσης

Διαδριατικός Αγωγός Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης (ΤΑΡ) & Συνοδευτικές Εγκαταστάσεις – Ελληνικό Τμήμα = Trans Adriatic High-Pressure Natural Gas Pipeline (TAP) & Accompanying Installations – Greek Section

διάθεση κεφαλαίων = capital allocation

διάθεση μετοχών = disposition of shares

διακανονισμός των συναλλαγών = settlement of transactions

διάταγμα = order, decree

διαφέρον εκπλήρωσης = expectation interest

δήλωση απαίτησης [dilosi apaitisis] (διαιτησία) = statement of claim (arbitration)

δήλωση βούλησης = declaration of will

διαδικαστική διαταγή (διαιτησία) [diadikastiki diatagi] = procedural order (arbitration)

Διαδριατικός Αγωγός Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης (ΤΑΡ) = Trans Adriatic High-Pressure Natural Gas Pipeline (ΤΑΡ)

διακήρυξη (για αναδόχους έργων) [diakirixi] = invitation to prequalify

διακομιστής επί γραμμής = online server

διακοπή συγκοινωνιών/εργασιών [diakopi sygkinonion/ergasion] = breakdowns of transport/operations

διακριτικό γνώρισμα = distinctive sign, distinctive mark

διακριτικό σημείο = distinctive sign

διαλογική συζήτηση = deliberation

διαλυτική αίρεση = condition subsequent

διανοία κυρίου = reputed owner

διάνοιξη ορυγμάτων = trench digging

διαπίστωση της απαξίας της συμπεριφοράς = (to) establish misconduct

διαρθρωτικές αντίστροφες πράξεις = Structural reverse operations

διασύνδεση διαδικτύου [diasindesi diadiktiou] = web interface

Δ.Η.Σ.Σ.Ε. = Interbank Electronic Cheque Clearing System

διαστασιολόγηση = dimensioning

διατάξεις της νομοθεσίας περί [diataxeis tis nomothesias peri] = statutory provisions on

διατήρηση του μεριδίου της αγοράς = retention of market share

διατυπώσεις = formalities

διαφέρον εκπλήρωσης = expectation interest

διαφέρον εμπιστοσύνης = reliance interest

διαφορά υπέρ το άρτιο, διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο = share premium

διαφορική προσαύξηση = differential increment

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΣΦΑ ΑΕ) = HELLENIC GAS TRANSMISSION SYSTEM OPERATOR (DESFA S.A.)

Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. (ΔΕΔΔΗΕ) = Hellenic Electricity Distribution Network (HEDNO)

διαχωρισμός (όρων σε σύμβαση) = severability

διαχωρισμός περιουσίας συζύγων = division of marital estate

διγαμία = bigamy

Διεθνές κέντρο για την επίλυση των διαφορών του Αμερικάνικου Οργανισμού Διαιτησίας = Ιnternational Center for Dispute Resolution (ICDR) of the Αmerican Arbitration Association (AAA)

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ) = International Accounting Standards (IAS)

Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) = International Financial Reporting Standards (IFRS)

Διεθνής Κωδικός Θέσης – Global Location Number (GLN)

διεκδικητική αγωγή = action of replevin

διεκδικούν τα δικαιώματά τους ξανά = assert their rights again

διεξάγω δραστηριότητες = carry out activities

διεξάγω υπόθεση/διεξαγωγή υπόθεσης = handle a case/handling of the case

διευθύνουσα επιτροπή [diefthinousa epitropi] = steering committee

Διεύθυνση Προσωπικού = Human Resources Division/Department

δικαιόγραφο = document of title

δικαίωμα προεγγραφής = subscription right

δικαίωμα προτίμησης [dikaioma protimisis] = preemptive right

δικαίωμα προτίμησης στην έκδοση [dikaioma protimisis stin ekdosi] = issue preemptive right

δικαίωμα υπογραφής = signing authority

δικαιώματα ψήφων που ενσωματώνονται στις μετοχές = voting rights attaching to shares

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων. = HEARS the case under cross-proceedings

δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης [dikeiopraktiki dilosi voulisis] = juridical declaration of will

Δικαίωμα εκδότη πρόωρης εξόφλησης των ομολογιών = call option

Δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης των ομολογιών, δικαίωμα πώλησης = put option

δικαιώματα τοπογραφίας ημιαγωγών [dikeomata topografias imiagogon] = semi-conductor topography rights

δικαστικές αρχές [dikastikes arches] = legal authorities

Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου = The London Court of International Arbitration (LCIA)δικαιώματα ψήφου της Εκδότριας = voting rights in the Issuer

δικαστική προστασία = relief

δικαστικό ένσημο = judicial stamp duty

δικαστικό τεκμήριο = judicial presumption

δικονομική επικουρικότητα = procedural subsidiarity

Διοικητική Επιτροπή Σημάτων = Administrative Committee for Trade Marks

Διοικητική Μέριμνα = Logistics

Διοικούσα Επιτροπή Χρηματιστηριακών Αγορών Χρηματιστηρίου Αθηνών = Stock Markets Steering Committee of Hellenic Exchanges/Athens Stock Exchange

διπλότυπο είσπραξης = duplicate receipt

δομικά στοιχεία [domika stihia] = components

δομοστοιχεία = modules

δουλευμένα έξοδα χρήσης και έσοδα επομένων χρήσεων = accrued expenses and unearned revenue

ΔΣΜ Διαχωρισμένης Ιδιοκτησίας = ownership unbundled TSO

δυνάμενοι για εργασία, δυνάμενοι να εργαστούν [dinameni gia ergasia, dinameni na ergastoun] = work-able

δώρο Πάσχα = Easter bonus

δωροεπιταγή [doroepitagi] = gift certificate

έγγραφα εισαγωγικά της δίκης = documents instituting the proceedings

έγγραφα και απαραίτητα δικαιολογητικά = paperwork, documentation

εγγύηση καλής εκτέλεσης [eggiisi kalis ektelesis] = performance guarantee

εγγύηση λειτουργικότητας [eggiisi litourgikotitas] = functional guarantee

εγκαταστάσεις = fittings

εγκατάσταση (εταιρείας) = place of business

εγκύκλιος [egkyklios] = circular

εγχώριος/εξωχώριος λογαριασμός = onshore/offshore account

Εθνική Αναλογιστική Αρχή = National Actuarial Authority

Εθνική Επιτροπή για την Ενέργεια και το Κλίμα [Ethniki Epitropi gia tin Energia kai to Klima] = Greek National Energy and Climate Committee

Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΣΕΚ) = National Council for Research and Innovation (NCRI)

Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ενέργεια και το Κλίμα [ethniko schedio drasis gia tin energia kai to klima] = National Action Plan for Energy and Climate

Εθνικός Ενεργειακός Σχεδιασμός [ethnikos energiakos schediasmos] = National Energy Planning

ειδική διαδικασία γαμικών διαφορών [idiki diadikasia gamikon diaforon] = special proceedings for matrimonial disputes

ειδική συγγραφή υποχρεώσεων / Ε.Σ.Υ. = special conditions of contract / SCC

ειδικό στέλεχος (οικ.) = talon (finance)

εικαζόμενη παράβαση = supposed infringement

εισήγηση = keynote address

εισοδηματίας = rentier

εκ παραδρομής = owing to a clerical error

Έκδοση Κοινού εμπραγμάτως ασφαλισμένου Ομολογιακού Δανείου = Issuance of an ordinary bond loan secured by collateral

έκθεση επίδοσης = certificate of proof of service (by bailiff)

εκκρεμότητες = outstanding issues

εκνίκηση τρίτου = judgment awarded to third party

εκπληρώνω υποχρέωση = (to) fulfil an obligation

εκ των προτέρων αθέτηση = anticipatory breach

εκπλήρωση υποχρεώσεων = (to) discharge/fulfil obligations, (to) comply with obligations

εκποίηση = divestiture

εκπόνηση ασκήσεων ετοιμότητας [ekponisi askiseon etoimotitas] = preparation drills

εκπρόσωπος των ομολογιούχων δανειστών = bondholder agent

έκπτωση τόκων = interest discount

εκτελεστέα σύμβαση = executable contract

εκτελεστικός διευθυντής = Executive Director

εκτελεστό απόγραφο = enforcement order

εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα = unless otherwise defined herein

εκτός αν άλλως προκύπτει από τα συμφραζόμενα = unless otherwise clear from the context

εκτός σχεδίου δόμηση = off-plan building

εκφώνηση της υπόθεσης = calling of the case

εκχώρηση = assignment

εκχώρηση απαίτησης λόγω ενεχύρου = assignment by way of pledge

εκχώρηση απαίτησης προς εξασφάλιση άλλης απαίτησης = assignment by way of collateral

εκχωρητήριο =  deed of assignment

έλαβε γνώση = took note of

Ελεγχόμενες Αλλοδαπές Εταιρείες (ΕΑΕ) = Controlled Foreign Corporations (CFC)

ελευθεριότητα = gratuity

ελλείψει = in the absence of

Ελληνική Εταιρεία Υδάτων (ΕΕΥ) [elliniki eteria idaton] = Greek Water Company

ελληνικό γενικό λογιστικό σχέδιο (ΕΓΛΣ) = Greek general accounting plan

Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων A.E. (ΕΛΚΑΤ) = Hellenic Central Securities Depository S.A.

Ελληνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) = Hellenic Power Transmission System (ESMIE)

εμπίπτει στις αρμοδιότητές του = (to be) covered by its remit

εμπίστευμα = trust

εμπιστευματοδόχος ή ωφελούμενος = beneficiary

εμπιστευματούχος = trustee

εμπορικά συμφέροντα = trade interests

εμπορικές υποχρεώσεις [emporikes ipochreosis] = trade liabilities

εμπορική πρακτική [emporiki praktiki] = trade practices

εμπορικός αντιπρόσωπος = commercial agent

εμποροϋπάλληλοι = tradespeople

εμπράγματη ασφάλεια = lien

ενάλιος αρχαιολογικός χώρος [enalios archeologikos horos] = seaside archaeological site

έναρξη διαπραγμάτευσης των μετοχών της Εταιρείας στο Χρηματιστήριο Αθηνών = the start of trading of the Company’s shares on the Athens Stock Exchange

έναρξη εκτέλεσης χωματουργικών εργασιών = start of earthworks

έναντι πληρωμής = in return for payment

έναντι συνολικού τιμήματος = for a total of (e.g. EUR …)

Έναντι Φορτωτικών Εγγράφων (Τοις Μετρητοίς) = Sight Documentary Collections

Έναντι Φορτωτικών Εγγράφων (Επί Προθεσμία) = Time Documentary Collections

(εργασίες) εναπόθεση υλικών [enapothesi ylikon] = materials deposition

εναρμονισμένη πρακτική = concerted practice

ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς = economic operators concerned

ενδοημερήσια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας = intra-day electricity market

ενδοομιλικές συναλλαγές = transfer pricing

ενέγγυα Πίστωση = Letter of Credit

ενεργειακός συμψηφισμός = net-metering

ενεργητική νομιμοποίηση = standing to sue

ενεχυράζω [enehirazo] = to pledge

ενεχύραση [enehirasi] = pledging

ενεχύρασμα [enehirasma] = pledged property

ενεχυραστής [enehirastis] = pledgee

ενέχυρο [enehiro] = pledge

ενεχυρούχος δανειστής [enehirouhos danistis] = pledgor

ενισχύσεις ιδιωτικών επενδύσεων = aid for private investments

εννοιολογικοί προσδιορισμοί = definitions

έννομο συμφέρον = vested interest

ένορκη βεβαίωση = affidavit

ένορκη κατάθεση = sworn testimony

ενοχή (αστικό δίκαιο) = obligation (civil law)

ένσταση (enstasi) = plea, objection

ένσταση αοριστίας (enstasi aoristias) = objection of vagueness

ένσταση εκκρεμοδικίας = plea of lis pendens

ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης = defence of non-fulfilment of the contract

ενσωματώθηκε (Οδηγία ΕΕ), ενσωμάτωση (Οδηγίας ΕΕ) = transposed, transposition

εντάλματα έγκρισης δαπανών = expenditure authorisation orders

Ενταύθα (στο τέλος επικοινωνίας/εγγράφου) = In town

εντεταλμένος = authorised person

έντυπο/φόρμα εγγραφής μέλους = member registration form

εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγένεια = blood relationship of kinship or a relationship by marriage

εξ αδιαθέτου διαδοχή = intestacy

εξ αδιαθέτου κληρονόμος = intestate heir

εξ ορισμού και από το σχεδιασμό = by default and by design

εξαγορά ιδίων μετοχών = buyback

εξάγω συμπέρασμα = draw conclusions

εξαγωγή στοιχείων, πληροφοριών = extract of information

εξαιρετέα ημέρα, εξαιρετέες ημέρες = exempted day, exempted days

εξάλειψη (άρση) υποθήκης = removal (discharge) of mortgage

εξασφαλιστικά έγγραφα = security documents

εξασφαλιστική αξία εμπραγμάτων βαρών = secured value of collateral

ειδικευμένος υπάλληλος [idikevmenos ipalilos] = qualified employee

έξοδα διοικητικής λειτουργίας [exoda litourgias diathesis] = administration expenses

έξοδα λειτουργίας διάθεσης [exoda litourgias diathesis] = selling expenses

εξορθολογισμός = to streamline

εξυγίανση [exygiansi] = consolidation

εξώδικη ενέργεια = out of court action

εξώδικος διακανονισμός = extrajudicial settlement

εξωσυμβατική ενοχή, εξωσυμβατικές ενοχές = non-contractual obligation(s)

εξωχρηματιστηριακή διαπραγμάτευση [exoxrimatistiriaki diapragmatevsi] = otc-trading

Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης [Exoterikes Ypiresies Prostasias kai Prolipsis] = external services for prevention and protection at work

επαγγελματική εκπαίδευση, κατάρτιση, δεξιότητες = vocational education, training, skills

επαγγελματική στέγη = professional space

επαγγελματοβιοτέχνες = artisans

επάγει, δέχεται και αντεπάγει όρκους = administer, accept and take reverse oath

επαΐων = expert

επαναληπτική γενική συνέλευση = adjourned general meeting

επαναπροώθηση [epanaproothisi] = refoulement

επαναρίθµηση µελών Ε∆ (Εθνικού Δημοτολογίου) = renumbering of

επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση [epanafora ton pragmaton stin proigoumeni katastasi] =  restoration or restitution to the previous condition (restitutio in integrum)

επαχθής αιτία = pecuniary consideration

επείγουσες περιστάσεις = exigent circumstances

επέκταση εγγύησης [epektasi eggiisis] = sales concessions

επενδυτικό κοινό = investing public

επεξεργασία και αξιοποίηση = processing and utilisation

επιβοηθητική = ancillary, supplementary

επιβολή κανόνων – enforcement of rules

επίδικος = disputed, contested

επίδομα ειδικών συνθηκών [epidoma idikon sinthikon] = allowance for special conditions

επίδομα ετοιμότητας [epidoma etimotitas] = on-call allowance

επίδομα πληροφορικής = IT allowance

επίδομα ταμειακό = treasury allowance

επιδομή [epidomi] = superstructure

επιζήμιος = prejudicial

επικαλούμαι εκ νέου = (to ) cite again

επικείμενος κίνδυνος και άφευκτη ανάγκη [epikimenos kindinos ke afefkti anaggi] = imminent risk and inevitable need

επικουρικά = in the alternative

επικουρικότερα = in the further alternative

επικουρική αγωγή = subsidiary action / subsidiary statement of claim

επικυρώνω = formalise

επιλαμβάνονται ζητημάτων που άπτονται = (to) address issues related to

επιμέλεια περιεχομένου [epimelia periechomenou] = content curation

επιστημονική ορθότητα = scientific relevance

επιστολή εξασφάλισης = comfort letter

(αντίστοιχο) επιτόκιο οθόνης = (applicable) screen rate

επιστολή πρόθεσης = letter of intent

επιστολή συναίνεσης = accession letter, letter of consent

επίστρωση = coating

επισφαλείς απαιτήσεις = doubtful debts

επίσχεση = retention

επιταγή προς εκτέλεση = order for execution

Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων = Employment and Social Affairs Committee

Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος = Credit and Insurance Committee of the Bank of Greece

Επιτροπή Δεοντολογίας και Καλών Πρακτικών = Ethics and Good Practices Committee

Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών = Internal Market and Consumer Affairs Committee

Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Ελληνικής Βουλής = Hellenic Parliament’s Committee on Institutions and Transparency

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (Ε.Κ.) = Hellenic Capital Market Commission (HCMC)

Επιτροπή Τραπεζικής Τεχνικής και Πρακτικής του ΔΕΕ = ICC Commission on Banking Technique and Practice

ΕΠΟ = approval of environmental terms

επιχειρηματικό κεφάλαιο [epixirimatiko kefaleo] = venture capital

εργολαβία δίκης = contingency fee agreement

εργολήπτης = contractor

εργοταξιάρχης = site manager

έργω ή λόγω = act or utterance

έσοδα από μισθώματα = rental revenue

εσωτερικές διαδικασίες = internal procedures

εσωτερικές δικλείδες = internal control

εσωτερικός κανονισμός = by-laws

ΕΤΑΑ = Unified Insurance Fund for the Self-Employed

εταιρεία λαϊκής βάσης = grassroots company

Εταιρείες Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών = Closed-end Investment Companies

εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) = limited liability company  (LLC)

εταιρεία συμμετοχών = holding company

Corporate Bonds = Εταιρικά Οµόλογα

εταιρική λειτουργία = corporate service

εταιρική συμμετοχή = partnership interest

ετεροβαρής [eterovaris] = unilateral

ετερρόρυθμη εταιρεία = limited partnership

ετήσια λογιστική περίοδος = annual period

ευθύνη με υπαιτιότητα = fault-based liability

ευρετηριάζω = (to) index

ευπρεπής ενδυμασία = dress code

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound) = European Foundation for the improvement of living and working conditions (Eurofound)

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP) = European Centre for the Development of Vocational Training (CEDEFOP)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA) = European Agency for Safety and Health at Work (EU-OSHA)

εφαρμογή για κινητές συσκευές [efarmogi gia kinites siskeves] = mobile application

εφαρμοστέο δίκαιο = governing law, choice of law

εφεξής αποκαλουμένων από κοινού = jointly referred to hereinafter as

εχέγγυα πίστωση = credit guarantee

εχέγγυος προκαταβολή = guarantee deposit

έχει κινήσει τη διαδικασία = has initiated the process

έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στη σύμβαση = shall have the meaning ascribed to them in the agreement

ζηµία αποµείωσης = impairment loss

ζημιογόνα γεγονότα = events giving rise to damage

ζημιογόνος = loss-making

ζημιωθείς = injured party

ζήτημα διαφορετικότητας [zitima diaforetikotita] = diversity issue

ζυγολόγια = weighing records

η με ημεροχρονολογία ../../…. επιστολή σας = your letter dated ../../….

η παρούσα σύμβαση συντάχθηκε σε τόσα πρωτότυπα όσα και οι συμβαλλόμενοι, πλέον ενός (1), το οποίο θα επιδοθεί κατά τα ανωτέρω = this Agreement has been drawn up in as many original copies as the parties, plus one (1), to be served as above

ήθη και έθιμα [ithi ke ethima] = habits and customs

ηλεκτρική έλξη [ilektriki elxi] = electric traction

Ηλεκτρονικός Κωδικός Αναγνώρισης Σημείου Παράδοσης (ΗΚΑΣΠ) = Electronic Delivery Point Identification Code

ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη συγκόλλησης [ilektroparagoga zevgi sygkolisis] = welding generators

ημεδαπή δημόσια τάξη = domestic public policy

ημερήσιες καταθέσεις = overnight deposits

Ημερήσιο Δελτίο Τιμών (ΗΔΤ) = Daily Statistical Bulletin (DSB)

ημερομηνία καταγραφής (ημερομηνία προσδιορισμού των δικαιούχων), ημερομηνία αποκοπής του δικαιώματος προτίμησης [χρηματοοικ.] = record date [in finance]

ημερομηνία μετάβασης ελέγχου = control transition date

θα τεθεί σε ισχύ = it shall enter into force

θεσμικά όργανα = institutions

θετικό διαφέρον = restitution interest

θα θεωρηθεί έκπτωτος = (to be) deemed to be in default

θιγμένος = aggrieved

ιδία αντίληψη = first-hand knowledge, to know first hand

ίδιες μετοχές = treasury shares

ιδιόγραφη διαθήκη = holographic will

ιδιοκατοίκηση, ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα = owner-occupied property

ιδιοταγής = proprietary

ιδιωτικός βίος = privacy

ιδρυτής του εμπιστεύματος = settlor – trustor

ικανότητα δικαίου = legal capacity

ικανότητα διαδίκου = capacity to be a party to legal proceedings

ικανότητα προς δικαιοπραξία [ikanotita pros dikeopraksia] = capacity for legal transaction

ικρίωμα = scaffolding, rack

Ισολογισμός Μετασχηματισμού = Transformation Balance Sheet

ισόποσο της αξίας = counter value

ιστορικό = background / the matter under consideration

ιστορικό διεκπεραίωσης [istoriko diekpereosis] = processing history

ισχυρίζομαι όλως γενικώς, αορίστως και απαραδέκτως = to argue quite generally, vaguely and inadmissibly

καθ’ υπέρβαση εξουσίας = action ultra vires

καθαρά/ρευστά διαθέσιμα = net cash

καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία = net realisable value

καθίστανται απαιτητά = fall due

Καθοδηγητική Επιτροπή = Steering Committee

κακή χρήση των προσωπικών δεδομένων [kaki chrisi ton prosopikon dedomenon] = improper use of the personal data

κακοτεχνίες = poor

καλαθοφόρα [kalathofora] = platform baskets

καλή πίστη = good faith

καλύπτω / φέρω τα έξοδα = (to) bear the costs

κανόνας δικαίου = legal rule

Κανονισμός της Βουλής = Parliament’s Rules of Procedure

Κανονισμός Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού = Competition Commission’s Rules of Internal Procedure and Management

Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (ΚΜΛΕ) [Kanonismos Metalleftikon kai Latomikon Ergasion] = Regulation of Mining and Quarry Operations

Κανονισμός Χρηματιστηρίου Αθηνών = ATHEX Exchange Rulebook (see http://www.helex.gr/web/guest/athex-regulations-home)

Κανονιστική Συμμόρφωση = Compliance

κατά γράμμα = to the letter

κατ’ αποκοπή = lump sum

κατά μείζονα λόγο [kata mizona logo] = a fortiori

καταγγελία για σπουδαίο λόγο = termination for cause

καταναλωτές τελικοί χρήστες = end-user consumers

καταπιστευτική μεταβίβαση [katapisteftiki metavivasi] = fiduciary transfer

Κατάσταση Συνολικών Εσόδων = Statement of Comprehensive Income

κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω = notwithstanding the above

κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντων διατάξεων = the delegated provisions adopted pursuant thereto

κατά περίπτωση = on a case-by-case basis, as the case might be, where appropriate, as appropriate, where relevant

κατά τα λοιπά = as to the remainder

κατά τη διακριτική τους ευχέρεια = at their discretion

κατά την άσκηση των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί = in exercise of the powers conferred on him by

κατά την ορθότερη γνώμη = in the proper opinion

κατάσταση χρηματοοικονομικής θέσης [katastasi chrimato-ikonomikis thesis] =  statement of financial position

κάτι που δεν ισχύει εν προκειμένω, πράγμα που δεν ισχύει σε αυτή την περίπτωση = quod non in this case

κατοικημένες περιοχές [katikimenes perioxes] = built-up areas

καθίσταται ληξιπρόθεσμο = to fall due

κατανομή εσόδων = application of proceeds

κατάντη συστήματα [katandi sistimata] = downstream systems

καταπλεονεκτούμενος [katapleonektoumenos] = party that claims relief

Κατάστασης Αποτελεσμάτων κατά λειτουργία [katastasi apotelesmaton kata litourgia] = income statement by function (of expense)

κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσεως = income statement

καταψηφιστική απόφαση = decision for performance

κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς = guidelines on vertical restraints

κατηγορούνται ότι ενεπλάκησαν = (to) be reportedly a part of

καύση = combustion

κέντρα φιλοξενίας = accommodation centres

κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης = hotspots

κενό (διάταξης σε σύμβαση) = loophole

κεφάλαια από λειτουργικές δραστηριότητες [kefalaia apo leitourgikes drastitiotites] = funds from operations (FFO)

κεφαλαιοδότηση = funding

κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας = custodian of vacant estate

ΚΗΜΔΗΣ = Central Electronic Public Procurement Registry

κίνδυνος επισφάλειας [kindinos episfalias] = risk of default

κίνδυνος διακανονισμού = Settlement risk

κίνδυνος σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό = likelihood of confusion on the part of consumers

κίνδυνος συνθηκών αγοράς = market condition risk

κίνδυνος συνειρμικής συσχετίσεως = risk of associative confusion

κινητό πράγμα = movable property

κλίβανος = kiln

κλονισμός της έγγαμης σχέσης [klonismos tis eggamis sxesis] = impairment of the marital relationship

κοινά έργα = joint projects

κοινές άυλες ονομαστικές μετά ψήφου μετοχές = ordinary, registered, dematerialised, voting shares

κοινές μετοχές με δικαίωμα ανάκλησης = callable common shares

κοινές μετοχές με δικαίωμα πώλησης από τους επενδυτές στην εταιρεία = putable common shares

κοινολόγηση [kinologisi] = disclosure

κοινοπραξία = joint venture (JV), consortium

κοινός νομοθέτης = ordinary legislator

κοινωνικοί εταίροι = social partners, management and labour

Κόμβος Πιστωτικών Ιδρυμάτων (ΚΟΜΒΟΣ Π.Ι.) = Credit Institutions Hub

Κ.τ.Ε. / Κύριος του Έργου = Project Owner

κτηματολογική πράξη = land registry deed

κτηματική περιοχή = non-residential area

κρυφά ελαττώματα [kryfa elattomata] = latent defects

κυλιόμενη πρόβλεψη = rolling forecast

κύρια αγωγή = principal statement of claim

κύρια κατοικία [kiria katikia] = principal residence

κύριες και παρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις = main and ancillary procedural acts

Κώδικας Αγοράς Εξισορρόπησης = Balancing Market Code

κώδικας επιχειρηματικής συμπεριφοράς = code of business conduct

Κωδικοποιημένου Κανονισμού Λειτουργίας Συστήματος Άυλων Τίτλων = Codified Regulation on the Operation of the Dematerialised Securities System

Κωδικός Αριθμός Μερίδας Επενδυτή (K.A.M.E./KAME) στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ./ΣΑΤ)= Investor’s Share’s Code Number in the Dematerialised Securities System (DSS)

κώλυμα αναγνώρισης/εκτελέσεως = impediment to recognition/enforceability

Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας – ΛΑΓΗΕ ΑΕ [litourgos agoras ilektrikis energias – LAGIE AE] = Hellenic Electricity Market Operator – LAGIE S.A.

λεπτομέρειες διενέργειας = modalities

λογαριασμός κάλυψης δανειακών υποχρεώσεων = loan liability account

Λογισμικό ως Υπηρεσία [logismiko os ipiresia] = Software as a Service, SaaS

λογιστική αξία = carrying value, book value

λογοδοτώ, λογοδοσία = (to be) accountable to, accountability

λόγω έκτακτης ανάγκης = because of urgency

λόγω της βαρύτητας = due to the importance

(προβαίνω σε) μαζικές απολύσεις [proveno se mazikes apolisis] = (to make) mass redundancies

μακροπρόθεσμο ενεργητικό = non-current assets

μαρτυρική κατάθεση [martiriki katathesi] = witness statement

με απόσπαση στο γραφείο του/της = (be) on secondment to the office of

με επιμέλεια, με τη φροντίδα = with the concern, with the care of

με πρωτοβουλία [me protovoulia] = with the initiative of

μείζων σκέψη = basic premise

μειοψηφών = dissenting

μελέτη διαστασιολόγησης [meleti diastasiologisis] = sizing study

μελέτη εφαρμογής = detailed final design

Μελέτες Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον, Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) [Meleti Perivallontikon Epiptoseon] = ΕΙΑ, Environmental Impact Assessment

Μελέτη Περιβαλλοντικών και Κοινωνικών Επιπτώσεων (ΜΠΚΕ) = Environmental and Social Impact Assessment (ESIA)

μελέτη προσωρινής σήμανσης [meleti prosorinis simansis] = temporary signage design

μελετητής [meletitis] = design engineer

μερίδια ΟΣΕΚΑ (διάθεση) = units of UCITS / UCITS units (marketing)

μερισματαποδείξεις = coupon-dividend

μέση σταθμισμένη με τον όγκο συναλλαγών χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής = average trading price weighted by trading volume

μεταβατικοί λογαριασμοί παθητικού =  deferred income and accrued expenses

μεταβλητότητα στόχου = target volatility

μεταγενέστερη νομοθεσία = change in law

μεταγραφή = conveyance, entry into the conveyance records of the Land Registry

μετοχή της δημόσιας πρότασης [metoxi tis dimosias protasis] = tender offer share

μετοχολόγιο = shareholders registry

μέτρα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων / στην εργασία [metra asfaleias kai ygeias ton ergazomenon / stin ergasia] = occupational health and safety measures

Μέτρα Ατομικής Προστασίας (ΜΑΠ) [metra atomikis prostasias] = Personal Protective Equipment (PPE)

μη αμφισβητούμενες αξιώσεις = undisputed claims

μη εγκατεστημένες νομικές μονάδες = non-resident legal units

Mη Nομισματικό Xρηματοδοτικό Ίδρυμα (Mη-NXI) = Non-Monetary Financial Institution (Non-MFI)

μη παράγωγες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις = non-derivative financial liabilities

Μη υπάρχοντος άλλου θέματος προς συζήτηση = There being no other item on the agenda

μισθολογική εξέλιξη = wage development

μισθολογική εξίσωση = wage equation

μισθολογικό κλιμάκιο = wage scale

μισθός = salary

μισθωτός = salaried employee

μοιχεία = adultery

μονάδες επεξεργασίας μη επικίνδυνων αποβλήτων = non-hazardous waste processing facilities

μόνιμη κατοικία = domicile

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών = Single Member First Instance Court of Athens

Μονοπρόσωπη ΕΠΕ (ΜΕΠΕ) = Single Member Limited Liability Company (SMLLC)

μορφότυπος = format

μνημόνιο συναντίληψης = cooperation agreement

μπορούν κάλλιστα να ικανοποιούν διαρκείς ανάγκες = they are particularly suitable for satisfying constant needs

ναυλωτής / φορτωτής = charterer

νομική προσωπικότητα [nomiki prosopikotita] = juristic personality

νομική σκέψη = legal reasoning, legal premise

Νομική Υπηρεσία = Legal Department

Νομικό Βήμα – ΝοΒ = Nomiko Vima Law Review

Νομικό Συμβούλιο του Κράτους = Legal Council of State

νομικός έλεγχος [nomikos elenhos] = legal due diligence, LDD

νόμιμη αιτία = due cause

νόμιμη, ισχυρή, απρόσβλητη [nomimi, isxyri, aprosvliti] = legal, enforceable and incontestable

νόμιμο ενέχυρο = statutory pledge

νομιμοποιείται ενεργητικώς = has locus standi

νομιμοποίηση διαδίκων = the parties have capacity to bring proceedings

νόμιμος τίτλος = legal title

νομίμως εκπροσωπούμενου/ης = legally represented

νομίμως θεωρημένα = duly endorsed

νομοθεσία περί ασφάλειας και υγείας στο εργοτάξιο [nomothesia peri asfaleiaw kai ygeias sto ergotaxio] = law/statutory provisions on safety and health on site

Ν. 2472/1997 «Περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων» = Law 2472/1997 on the protection of. individuals with regard to the processing of personal data

ξενώνας φιλοξενίας [ksenonas filoksenias] = hospice

Ο κάτωθι υπογεγραμμένος …… διά της παρούσης βεβαιώνω = I, the undersigned ……, hereby certify

Οδηγός Μελετών Οδικών Έργων (ΟΜΟΕ) [Odigos Meleton Odikon Ergon] = Road Design Guidelines Manual (OMOE)

οικιακά = homemaker

οικογενειακή επανένωση [ikogeniaki epanenosi] = family reunification

οικοδομική υπέρβαση = building overrun

οικονομικά μεγαθήρια [ikonomika metathiria] = financial behemoths

Οικονομικής Έκθεσης Α’ Εξαμήνου 2018 = H1 2018 Financial Report

Οικονομικά αποτελέσματα του 1ου εξαμήνου του 2018 = Financial results for the 1st half of 2018

οικονομικές αντιξοότητες [ikonomikes antiksootites] = financial adversities

οικονομική προσιτότητα = affordability

οικονομικό ημερολόγιο = financial calendar

όλα τα προϊόντα = the totality of products, all products

ολοκλήρωση (εργασίας) = turnaround

ολόσωμη ζώνη ασφαλείας [olosomi zoni asfaleias] = full body harness

ομόλογα ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων = mortgage-backed securities (MBS)

ομόλογα χωρίς μερισματοαποδείξεις = zero-coupon bonds

ομολογιακό δάνειο = bond loan

ομόρρυθμη εταιρεία = general partnership

ό.π. = op. cit.

οπισθογράφηση, έγκριση = endorsement

οπισθογραφώ, εγκρίνω = endorse

οπότε τα ποσά αυτά = whereupon such amounts

οπτικά και ηχητικά πανομοιότυπο = visually and phonetically identical

όπως (κάθε φορά) ισχύει = as in force (from time to time)

όπως προβλέπεται από το νόμο = as provided for by law

οργανισµός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) =  undertakings of collective investment in transferable securities (UCITS), collective investment undertakings

Οργανισμός (Υπουργείου Εξωτερικών, Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας κλπ) = Statute (of the Ministry of Foreign Affairs, of the Ministry of Environment and Energy, etc.)

όργανο λήψης αποφάσεων = deliberative body

οργανόγραμμα = organisational chart

οργανόγραμμα προσωπικού = personnel organisation

οργανωμένη αγορά = regulated market

ορθές πρακτικές = good practices

οριστική απόδειξη = conclusive proof

oριστική μελέτη = general final design

όρκος θρησκευτικός / πολιτικός [orkos thriskeftikos / politikos] = oath / affirmation

ουσιώδης ανακρίβεια = material misstatement

ουσιώδης σύνδεσμος (σχετ.: Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα) = real connecting link (re: Brussels IIa Regulation)

ουσία αβάσιμο = unfounded on the merits

ουσιαστική διάταξη του νόμου = substantive law

ουσιαστικό δεδικασμένο = res judicata

οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος = balance purchase price

οχήματα στοιβασίας και μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (ΟΣΜΕ) = stowage and container transport vehicles

παθητική νομιμοποίηση = standing to be sued

παθητική ομοδικία = joinder of defendants

παλαιοί μέτοχοι = existing shareholders

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΠΕΔΜΕΔΕ) = Panhellenic Association of Engineers Contractors of Public Works (PEDMEDE)

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΠΕΔΜΗΕΔΕ) = National Union of Certified Mechanical and Electrical Engineers, and Public Works Contractors (PEDMIEDE)

Πανελλήνια Ένωση Συνδέσμων Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΠΕΣΕΔΕ) = Panhellenic Union of Public Works Constructors Association (PESEDE)

Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών (ΣΑΤΕ) = Association of Greek Contracting Companies (SATE)

παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας = fee in the event of an application to set aside the default judgment

παραγωγικός ιστός [paragogikos istos] = productive fabric

παραεισαγωγή, παράλληλη εισαγωγή [para-isagogi, parallili isagogi] = parallel import

παραίνεση = exhortation

παραίτηση από το δικόγραφο = withdrawal of the legal document

παρακράτηση κυριότητας [parakratisi kyriotitas] = retention of title

παραμετροποίηση = customisation

Παράρτημα = Annex, Schedule

παραρτήματα, προσαυξήματα, παρακολουθήματα [parartimata, prosafximata, parakolouthimata] = annexes, accessories, appurtenances

παραστατικά απόκτησης μετοχών = warrants

παραχωρούμενα υλικά [parahoroumena ilika] = licensed materials

Πάρεδρος = Associate Judge

παρέλκυση της δίκης = (to) protract the proceedings

παρελκυστικώς [parelkistikos] = obstructively

παρέκταση αρμοδιότητας = prorogation of Jurisdiction

παρεπόμενα έξοδα = incidental expenses/costs, ancillary costs

ΠΕΚ = ECFI

παρόντες Σύμβουλοι = Councillors in attendance

παροχή προτάσεων [parochi protaseon] = to provide input

Πάροχος Υπηρεσίας Διαδικτυακής Πληρωμής = Internet Payment Service Provider

πενιχρές επιδοτήσεις = meagre grants

πενιχρά μέσα = meagre means

Περιβαλλοντική Αποδοτικότητα = Eco-Efficiency

περιέρχομαι [perierchome] = (to) vest in (somebody)

περιοδική εκπόνηση ασκήσεων ετοιμότητας [periodiki ekponisi askiseon etimotitas] = periodic drills

περίοδος τοκισμού / περίοδος υπολογισμού  = interest period

περιουσιακή κατάσταση = financial condition

περιστατικό = occurrence, event

πιθανολογείται μετά βεβαιότητας = to be speculated with certainty

πίνακας διαθέσεως αποτελεσμάτων = appropriation account

πινάκιο = table

πινάκιο (δικαστηρίου) = docket

πιστοποιητικό καταλληλότητας [pistopoiitiko katallilotitas] = certificate of fitness

πιστωτική εγγυητική επιστολή = stand by letter of credit

πιστωτικός τίτλος [pistotikos titlos] = negotiable instrument

πλειοψηφικός έλεγχος [pliopsifikos elenhos] = majority control

πληθώρα = a host of

πλήρης, πραγματική ή τεκμαιρόμενη γνώση = full, actual or constructive knowledge

πλήρης αντίθεση = stark contrast

πληρωμή υποχρεώσεων = payment appropriation

πλησίον κατοικημένων περιοχών = in the vicinity of residential areas

πνευματικό δημιούργημα = brainchild

πολιτική καταγγελίας παρατυπιών [politiki kataggelias paratipion] = whistleblowing policy

πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη = civil claimant in the criminal proceedings

πολιτιστικό αγαθό [politistiko agatho] = cultural object

πολυκαναλικές εκστρατείες = omnichannel campaigns

πολύμορφη και πολύπλευρη συνεργασία = multiform and multi-faceted cooperation

πόντιση καλωδίων = cable laying

ποσοστό δικαιωμάτων ψήφου = percentage of voting rights

(το) πραγματικό του άρθρου … = the factual requirements of Article …

πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης δικαστηρίου = transcript of the public hearing of the court

πρακτικά δίκης και προτάσεις = transcripts and written pleadings

πρακτικά που τηρήθηκαν με το σύστημα της φωνοληψίας = audio-recorded transcripts

πράξη = instrument, act, deed

πράξη ανοικτής αγοράς = open market operation

πράξη μεταγραφής = deed of conveyance

πράξη ορισμού συζήτησης [praksi orismou sizitisis] = order fixing date of hearing

πράξη παρακαταθήκης, πράξη συστάσεως εμπιστεύματος = deed of trust

πράξη συλλογικού μποϋκοτάζ [praksi silogikou boycotaz] = collective boycott

πράξη συστάσεως (εμπιστεύματος) = deed of settlement

Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) = Act of Ministerial Cabinet (AMC)

προβλεπόμενη διάρκεια ζωής της πελατείας = projected life span of clientèle

πρόβλεψη / προβλέψεις [provlepsi / provlepseis] (νόμου, προγράμματος κλπ) = provision / provisions (of law, plan, etc.)

πρόβλεψη για απομείωση απαιτήσεων = provision for receivables impairment

προβλέψεις πωλήσεων = sales projections

προγράμματα διαχείρισης = management plans

Προδιαγραφές Ψηφιακής Υποβολής Μελετών Οδοποιίας (ΠΨΥΜΟ) = Road Design Digital Submission Specifications (RDDSS)

Πρόεδρος Πρωτοδικών = President of the First Instance Court Judges

Πρόεδρος Υπηρεσίας [Proedros Ipiresias] = President of the Office

προεξόφληση απαιτήσεων = receivables discounting

προεξοφλητικό επιτόκιο [proexoflitiko epitokio] = discount rate

προθεσμία πληρωμής [prothesmia pliromis] = payment term

προϊόν της εκκαθάρισης = proceeds of liquidation

προκαταβολές και λοιπές απαιτήσεις = advances and other receivables

προϊοντική πολιτική = product policy

προκαλείται δαπάνη σε βάρος [prokalite dapani se varos] = to incur expenditure against

προκαταβολή = advance payment

προκαταβολή φόρου = payment on account of tax

προκαταρκτικό ενηµερωτικό δελτίο (στη διάθεση ομολόγων) = preliminary prospectus

προμήθεια αντιπροσώπου [promithia antiprosopou] = agency fee

προμήθεια διαχειρίσεως (κοινοπρακτικά δάνεια) [promithia diaxiriseos] = agency fee

προμήθεια υπηρεσίας [promithia ipiresias] = agency fee

προμηθευτές και λοιπές υποχρεώσεις [promitheftes ke lipes ipoxreosis] = suppliers and other payables

προνομιακό επιτόκιο δανείων = prime rate

προς γνώση της και για κάθε νόμιμη συνέπεια = to become aware of any legal consequences

προσβολή προσωπικότητας [prosvoli prosopikotitas] = infringement of the right of personality

προσεπικαλώντας τον … σε αναγκαστική παρέμβαση = summoning the … to a third-party forced intervention

προσημείωση υποθήκης = prenotation of mortgage, mortgage prenotation

πρόσθετη παρέμβαση / προσθέτως παρεμβαίνων = permissive intervention / permissive intervenor

προσθήκη αντίκρουση = addendum in rebuttal

προσκύρωση = adjudication

πρόσοδος, πρόσοδοι = annuity, annuities

προσύμφωνο πώλησης = memorandum of sale

προσφερόμενες μετοχές [prosferomenes metoxes] = tendered shares

προσφυγή σε δικαστικές ενέργειες = resort to litigation

προστασία των εργαζομένων από φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες = protection of workers against physical, chemical and biological agents

προστατευόμενο αγαθό = protected right

προστήσας = master

προστηθείς = servant

προσωπική εταιρεία = partnership

προσωρινή διαταγή [prosorini diatagi] = temporary injunction

προσωρινή και οριστική παραλαβή Δημόσιου Έργου [prosorini kai oristiki paralavi dimosiou ergou] = provisional and final acceptance of Public Project

προσωρινή ρύθμιση κατάστασης [prosorini rithmisi katastasis] = provisional settlement

προτάσεις = pleadings

πρώτο εκτελεστό απόγραφο = first enforcement order

πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, Π.Φ.Υ. [protovathmia frontida igias]  = primary health care

πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής = certificate of delivery and acceptance

πρότυπα διοίκησης = governance standards

ΠΡΟΤΥΠΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗΣ (Σ.Ε.Δ.Π.) = STANDARD OPERATING AID CONTRACTS FOR THE REINFORCEMENT OF INCREMENTAL AUGMENTATION (S.E.D.P. – Σ.Ε.Δ.Π.)

προφανώς αβάσιμος = manifestly ill-founded

πτωχευτικός συμβιβασμός = composition

πυρόλυση = pyrolysis

ρήτρα εγγύησης (σε σύμβαση αντιπροσωπείας) = ρήτρα delcredere

ρήτρα εγκυρότητας = salvation clause

ρήτρα μη μεταβίβασης [ritra mi metavivasis] = negative pledge

σε αντίθετη περίπτωση = otherwise, if this is not the case

σε αυτό το πλαίσιο [se afto to plaisio] = against that background

σε μονάδα ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης -FTE = full-time equivalent, FTE

σε συνεχή βάση = on an ongoing basis

σε σχέση με = in respect of, with respect to, as regards

σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή = in full force and effect

ΣΔΙΤ = PPP

σειρά (ομολογιακού δανείου) = tranche

Σήμανση Εκτελούμενων Έργων σε Οδούς (ΣΕΕΟ) [simansi ekteloumenon ergon se odous – seeo] = Road Work Zones Signage

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ = THE COURT THEN REASONED ACCORDING TO THE LAW

σκόπιμο = advisable

σταθεροποιημένα βιοαπορρίμματα [statheropiimena vioaporimata] = stabilised biowaste

Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων (ΣΕΜΠΟ) = Container Station

Σταυροειδής πρόωρη εξόφληση = cross acceleration

στελεχιακό/ανθρώπινο δυναμικό = human resources

στενογράφος (δικαστηρίου) [stenografos] = court reporter

στο αμέσως προσεχές διάστημα = in the very short run, in the coming months

στο εργοτάξιο [sto ergotaxio] = on site

στοιχείο δεύτερου καταλόγου = tier-two asset

στοχοθεσία [stoxothesia] = goal-setting, target-setting

στρατηγική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων [stratigiki ektimisi ton perivalontikon epiptoseon] = StrategicEnvironmental Assessment

στρεψοδικία [strepsodikia] = judicial chicanery

συγγενή αδικήματα [syggeni adikimata] = kindred offences

συζυγική στέγη = marital house, matrimonial home

συμβάν = incident

σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών [simvasi anadiarthrosis ofilon] = debt restructuring agreement

Σύμβαση Ανάληψης Χρημάτων = Cash Pooling Agreement

σύμβαση εφοπλισμού = ship management agreement

συναλλακτικά ήθη = trade practices

συναλλακτικές ρυθμίσεις = trading arrangements

σύνολο κυκλοφορούντων [sinolo kikloforounton] = total current assets

συντηρητικά μέτρα [sintiritika metra] = precautionary measures

διαδικασία συνδιαλλαγής άρθρου 99 = conciliation procedure under Article 99

συνεπής στις συμβατικές υποχρεώσεις = consistent with the contractual obligations

συνομολογώ / συνομολόγηση [sinomologo / sinomologisi] = stipulate / stipulation

Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης = Master Financial Assistance Facility Agreement

στρατιωτικών παραγγελμάτων = Drill Commands

στρατιωτικοί βαθμοί = Military Ranks

συγκέντρωση (εταιρείες) = merger (companies)

Σύμβαση Ανακυκλούμενης Πίστωσης Εξασφαλισμένης με Εγγυήσεις = Secured Revolving Credit Facility

Σύμβαση Ανάληψης Υποχρέωσης = Undertaking

σύμβαση ανοχής [simvasi anohis] = standstill agreement

Σύμβαση Ενεχύρου Ασφαλιστηρίων = Insurance Pledge Agreement

Σύμβαση Μελέτης, Προμήθειας και Κατασκευής = EPC contract

συμβάσεις χρηματοδοτικής πώλησης και επανεκμίσθωσης ακινήτων = sale and leaseback agreements

Συμβολαιογράφος = Notary (Notary Public is a public servant hence the term cannot be used with reference to Greek Notaπαρries)

συμβουλευτικό όργανο [simvouleftiko organo] = consultative body

συμμέτρως = on a pro rata basis

συμπληρωματικότητα = complementarity

σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) = Public-private partnership (PPP)

σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία [symfona me tin isxyousa nomothesia] = in accordance with the applicable law

συμφωνητικό σύμπραξης (δημοσίου-ιδιωτικού τομέα) = (Public Private) Partnership Agreement

Συμφωνία περί Δημοσίων Συμβάσεων (ΣΔΣ) = Agreement on Government Procurement (GPA)

σύμφωνος = in line with

συμψηφισμός = set-off

συναλλακτικά ήθη = trade practices

συναλλακτικό δίκαιο [sinalaktiko dikeo] = trade law

συναρμόδιες υπηρεσίες = co-responsible agencies/services

συνεργασίες = partnerships

συνισταμένη = resultant

συνυπογραφή = counter-signature

συνοδευτική επιστολή = cover letter

συνολική αναφορά = comprehensive report

συνυπαιτιότητα = contributory fault chargeable

συνυποσχετικό = arbitration agreement

σχεδιάγραμμα εταιρικής δομής = organisation chart

Σχέδιο Ασφάλειας Υγείας (ΣΑΥ) [Sxedio Asfaleias Ygeias] = Health & Safety Plan (HSP)

Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ) = Open city spatial and housing organisation plan

σχεδόν μονοπωλιακή θέση στην αγορά = near monopoly of the market

σχέση προστήσεως = principal-agent relationship

Συλλογή της νοµολογίας / ΣυλλΝομολ / Συλλογή / Νομολ. = European Court Reports / ECR

Σύνδεσμος Ελληνικών Εταιρειών-Γραφείων Μελετών(ΣΕΓΜ) = European Federation of Engineering Consultancy Associations (EFCA)

συνταγολόγιο = prescription book

Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) = Dematerialised Securities System (D.S.S.)

σωρευτική αναδοχή χρέους = collateral obligation

τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία, μέτρα ασφάλειας και υγείας = the statutory provided health and safety measures

τεθωρακισμένα = armored fighting vehicles

τέως (τ.) [teos] = formerly

τακτική διαδικασία = ordinary proceedings

τακτική καταγγελία [taktiki kataggelia] = termination for convenience

Τ.Α. – Τμήμα Ασφαλείας = Security Department

Ταμείο Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΜΕΔΕ) = Engineers and Public Works Constructors Fund (EPWCF)

ΤΑΝ = Lawyers’ Insurance Fund

τελευταία κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων = last common habitual residence of the spouses

τελολογική ερμηνεία = purposive approach, purposive construction, purposive interpretation

τεχνική μελέτη έργου [techniki meleti ergou] = project technical design

τεχνική του πλάσματος = plasma technology

Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) = Technical Chamber of Greece (TEE)

τεχνογνωσία = know-how

τεχνολογικές υπηρεσίες σε σχέση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές = engineering services in connection with computers

Τιμή Άσκησης των Δικαιωμάτων Προτίμησης = Option Strike Price

τιμή διάθεσης (μετοχών) = issue price

τιμολογιακή πολιτική = pricing policy

τιμολόγιο = invoice

τιτλοποίηση απαιτήσεων = securitisation

τίτλος κτήσης = title of deed

το γράμμα του νόμου, το πνεύμα του νόμου = ratio legis

τοκομερίδια = coupons

τόκος επιδικίας = statutory litigation interest

τόκος τόκου [tokos tokou] = compound interest

τόπος παροχής/αντιπαροχής [topos paroxis/antiparoxis]  = place of performance/counter-performance

τριτενέργεια [tritenergia] = third party effect of fundamental rights (Drittwirkung)

τρόπος άσκησης δικαιώματος προαίρεσης [tropos askisis dikaiomatos proairesis] = option exercise method

τροφείο (διατακτική σίτισης) [trofio, diataktiki sitisis] = food voucher

τσιμεντένια μπλόκα = thrust blocks

ΤΥΠΔΑ = Athens Lawyers’ Healthcare Fund

τυχαία περιστατικά = fortuitous events

Υγραέριο = Liquefied Petroleum Gas

(για την) υλοποίηση των στόχων = (to) implement the objectives

υλοποίηση και παρακολούθηση = implementation and follow up

(που) υπάγεται = (which) comes under the

υπαίτια πράξη = fault-based act

(μη) υπαίτιο μέρος [(mi) ipetio meros] = (non) defaulting party

υπαίτιος της αδικοπραξίας  = tortfeasor

υπάλληλος με οργανική θέση = officer occupying a permanent post

υπάρδευση, υπόγεια άρδευση = underground irrigation

υπέρ, προς όφελος = shall endure to the benefit of

υπερισχύουν έναντι κάθε άλλης αντίθετης διάταξης = take precedence over any contrary terms

υπεύθυνος επεξεργασίας (προσωπικών δεδομένων) = controller

Υπηρεσία Σημάτων = Trademark Office

υπηρεσίες επί γραμμής = on-line services

υπηρεσίες οπτικής τηλεπληροφόρησης = Videotext services

Υπηρεσίες Οπτικής και Ηχητικής Πληροφόρησης (ΟΗΠ) = Audio Visual Information Services (AVS)

Υπηρεσίες πολυμεσικών μηνυμάτων προστιθέμενης αξίας (PMMS) = Premium Multimedia Messages Services (PMMS)

υπηρεσίες σύντομων μηνυμάτων προστιθέμενης αξίας  = Premium Short Messages Services (PMMS)

υπηρεσίες τηλεηχοπληροφόρησης = Audiotext services

Υπηρεσίες Υπερτιμημένων Κλήσεων = premium rate services

υπό ευρεία έννοια = in a broad sense

υπό συνθήκη κεφάλαιο = conditional capital

υποβολή αναφορών = reporting

υποκατάσταση = subrogation / novation

υποκεφαλαιοδότηση = thin capitalisation

υπόλοιπο ζημιών χρήσεως εις νέο = loss balance carried forward

υπόμνημα αντίκρουσης (διαιτησία) = statement of defence, SoD (arbitration)

υπόµνηµα απαίτησης (διαιτησία) = statement of claim, SoC (arbitration)

υπομνήματα μετά την ακροαματική διαδικασία (διαιτησία) = post-hearing briefs (arbitration)

υποσημείωση, υπόμνημα = annotation

υποστηρίγματα (ανάρτηση στον τοίχο) = brackets (pinning)

Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων – ΥΠΕΧΩΔΕ [YPEXODE] = Ministry of Environment Spatial Planning and Public Works

υπόχρεος σε καταβολή φόρου = person liable for payment of the tax

υποχρέωση πίστης = fiduciary duty

υποχρεωτική δημόσια πρόταση = mandatory tender offer

υφαρπαγή φήμης [ifarpagi fimis] = passing off

υφαρπάζω τους πελάτες = taking over one’s customers

ύψους περί τα = which amounts to some (e.g. EUR …)

Φάκελος Ασφάλειας Υγείας (ΦΑΥ) [Fakelos Asfaleias Ygeias] = Health & Safety File (HSF)

ΦΕΚ τεύχος Α.Α.Π. (Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων) = Government Gazette, Volume of Compulsory Expropriations and City-Planning

ΦΕΚ τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ. (Υπαλλήλων Ειδικών Θέσεων και Οργάνων Διοίκησης Φορέων του Δημοσίου και Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα) = Government Gazette, Volume of Special Position Employees and Administration Bodies of the Public Sector and the Broader Public Sector Agencies

φορέας δικαιώματος = to have vested rights

Φόρμα Αναφοράς Βλάβης (RMA) = Fault Report Form (RMA)

φύρα πελατών (βαθμός μετακίνησης πελατών) = degree of customer switching

φυσικό έδαφος = natural terrain

φυτοτεχνική μελέτη αποκατάστασης = agricultural rehabilitation study

φωνοληψία = voice

χημικά πρόσμικτα σκυροδέματος = chemical admixtures

χρεωστικοί τίτλοι = debt instruments

Χρεωστικοί Τόκοι = Interest Paid

χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης = non-pecuniary damages

χρηματιστηριακή τιμή [xrimatistiriaki timi] = market price

χρηματόγραφα = securities

χρηματοδότης = finance party

χρηματοοικονομικές πράξεις = financial operations

χρηματοπιστωτικά μέσα = financial instruments

χρηστά ήθη [christa ithi] = good morals

χρηστά συναλλακτικά ήθη [christa sinalaktika ithi] = fair trading

χρονίζοντα εμπόδια = lingering obstacles

χρονικό παράθυρο = time slot

χρονοεπίδομα [chronoepidoma] = seniority allowance

χρονοπρογραµµατισµός διεργασιών = process scheduling

χρόνος πρόγνωσης = forecasting time

χρόνος υπηρεσίας = length of service

χρονοσήμανση = time stamp

χωματόδρομοι = hardstandings

χωρίς προσήλωση στις λέξεις [xoris prosilosi stis leksis] = without having to adhere to the words

χωριστή ενότητα [choristi enotita] = set-top box

χώροι υγιεινής [chori ygieinis] = sanitary facilities

Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμάτων, XYTΑ [choros ygionomikis tafis aporimaton] = landfill

Χώρος Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων, XYTY [choros ygionomikis tafis ypolimaton] = residual sanitary landfill

χώρος εργασίας [xoros ergasias] = workplace

χωροταξικός σχεδιασμός = land use planning

ψευδωνυμοποίηση = pseudonymisation

Ψηφιακό Μοντέλο Εδάφους = Digital Terrain Model (DTM)

ψυχική οδύνη = mental anguish

ωρομίσθιο = hourly-pay

(the) meeting is closed = λύεται η συνεδρίαση

(the) Members of the BoD met=  τα μέλη του ΔΣ συνήλθαν σε συνεδρίαση

Memorandum of Understanding (MoU) = Μνημόνιο Κατανόησης, πρωτόκολλο συναντίληψης

minor = ανήλικος

Minutes = Πρακτικό / Πρακτικά

mortgage = υποθήκη

must be complied with = πρέπει να τηρείται/τηρούνται

notarial deed = συμβολαιογραφική πράξη

(to) observe / comply with a term = τηρώ όρο

of legal age, adult = ενήλικος

offshore company = υπεράκτια εταιρεία

on behalf of = για λογαριασμό τού

on the reverse = στην πίσω πλευρά (του εγγράφου, π.χ. για τους όρους συναλλαγών)

on the same day = αυθημερόν

Ordinancy of the judge = διάταξη δικαστή

parental donation = γονική παροχή

personal servitude = προσωπική δουλεία

possession = νομή

(έχω) προσφύγει = (to) have brough the dispute to the

prescriptive acquisition of ownership = κτητική παραγραφή

Private Company (PC) = Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)

proforma = προτιμολόγιο

ready access = άμεση πρόσβαση

redemption = εξώνηση

rider = συμπλήρωμα, πρόθεμα (συναλλαγματικής)

rights and obligations = δικαιώματα και υποχρεώσεις

(to be) subject to availability = προϋποθέτει τη διαθεσιμότητα

sole Item on the agenda = μοναδικό θέμα ημερήσιας διάταξης

successor = καθολικός διάδοχος

assign = ειδικός διάδοχος

cessation/suspension of payments = παύση πληρωμών

terms and conditions (Ts and Cs) = όροι και προϋποθέσεις

trover lawsuit (replevin) = διεκδικητική αγωγή

trustee in bunkruptcy = σύνδικος πτώχευσης

(the BoD) unanimously resolves = (το ΔΣ) αποφασίζει ομόφωνα

unless otherwise agreed = εάν δεν συμφωνηθεί διαφορετικά/άλλως

unless otherwise permitted = εκτός εάν επιτρέπεται διαφορετικά

upon prior written consent = υπό την προϋπόθεση προηγούμενης έγγραφης συναίνεσης

upon request of the interested party = κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου μέρους

usucaption (ordinary/extraordinary) = χρησικτησία (τακτική/έκτακτη)

waive the right (of/to) = παραιτούμαι από το δικαίωμα

waste management = διαχείριση αποβλήτων

water management = διαχείριση υδάτων

with immediate effect = με άμεση ισχύ

with its registered seat (office) in = η οποία εδρεύει (για εταιρείες)

written notification = έγγραφη ειδοποίηση

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου και του εν γένει περιεχομένου του ιστολογίου Greek Law in English σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως προτεινόμενος τρόπος μετάφρασης των εν λόγω εκφράσεων χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.

Advertisements