NEW: Online School – Translating law from Greek to English

In the near future we will be launching an online school offering both free courses and paid courses on topics covering the major aspects of legal translation from Greek to English, as well as a number of concise guides and glossaries aimed at facilitating translation work by saving time and ensuring terminology consistency. Please stay tuned for more information if you would like to join the courses or simply get a sneak preview of our online school!

We are also conducting a very short survey and your input would be appreciated. Click the link below to start the survey. Thank you for your participation!

https://www.surveymonkey.com/r/B2GS9JG

 

Posted in ONLINE COURSES

Ορολογία Δικαίου Ενέργειας – Energy Law Terms

αγορά ενέργειας και επικουρικών υπηρεσιών = Energy and Ancillary Services Market

αγορά εξισορρόπησης ενέργειας = balancing market

Αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας = Electricity Market

Αγορά Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού (ΗΕΠ) = Day-Ahead Scheduling (DAS) Market

άδεια προμήθειας = power supply licence

ανάκλαση & διάθλαση = reflection & refraction

αναλογικά σήματα = set points

Ανεξάρτητος Διαχειριστής = Independent System Operator – ISO

Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς = Independent Transmission Operator-ΙΤΟ

αποδεκτή προσφορά = accepted bid

αποκάλυψη τιμής = price discovery

αποκλίσεις = imbalances

ασφάλεια εφοδιασμού = security of supply

αυτόματη ρύθμιση παραγωγής = automatic generation control

Αυτόματη Ρύθμιση Παραγωγής = AGC: Automatic Generation Control

αυτοπρομηθευόμενοι πελάτες = self-supplying customers

γεωφυσικές διασκοπίσεις = geophysical prospecting

γραμμή διασύνδεσης = tie-line

γραμμικός προγραμματισμός = linear programming

γραφείο υποστηρικτικών λειτουργιών = back office

Δευτερεύουσα Εφεδρεία, αύξησης – μείωσης παραγωγής = Secondary up – down reserve

Δευτερεύουσα Ρύθμιση Συστήματος = LFC: Load Frequency Control

δήλωση φορτίου = load declaration

Διαδικασία Εκκαθάρισης = Accounting Procedure

διαθέσιμη ικανότητα μεταφοράς = available transmission capacity

ΔΙΠΑ (Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης) = Directorate of Environmental Licensing

δια-συνδετήριος Αγωγός = interconnector

Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ) = Hellenic Transmission System Operator (HTSO)

δυναμικό = capacity

εκ των υστέρων αγορά εξισορρόπησης ενέργειας = ex-post balancing market

εκκαθάριση = accounting

εκκαθάριση του ΗΕΠ = DAS settlement

εκκαθαριστής (ΛΑΓΗΕ) = settlement controller (LAGIE)

Εκκρεμείς Οικονομικές Υποχρεώσεις = Pending Financial Obligations, PFO

εκπρόσωπος φορτίου = load representative

έκτακτο χρηματοοικονομικό κόστος κάλυψης = extraordinary financial coverage cost

ελάχιστο μεταβλητό κόστος = minimum average variable cost

έλλειμμα συναλλαγών ΗΕΠ = DAS transactions deficit

έλλειψη ισχύος = missing capacity

έλλειψη χρημάτων = missing money

Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων Α.Ε. = Hellenic Hydrocarbons Management Company S.A.

ενδο-ημερήσια αγορά = Intra-Day Market

ενδοημερήσιο πρόγραμμα κατανομής = intraday dispatch schedule

ενεργειακή ρύθμιση = energy regulation

ενεργός ενέργεια = active energy

ενεργός ισχύς = active power

Ενημερωτικό Σημείωμα Ελέγχου Εβδομαδιαίου Ελλείμματος = DAS weekly settlement deficit notification

εξέδρες ανυψούμενου γεωτρύπανου = jack-up rigs

επαναδηλώσεις = re-declarations

επιπλέοντα συστήματα παραγωγής = floating production systems

Επιστροφή Χρηματικού Ποσού Εγγύησης = Cash Collateral Payments, CP

έργα ΑΠΕ = RES projects

Ευρωπαϊκό Μοντέλο Στόχος = EU Target Model

ηλεκτρονικό σύστημα υποβολής προσφορών του Διαχειριστή του Συστήματος για τις δημοπρασίες = electronic web offer submission

ημέρα κατανομής = dispatch day

ημερήσια αγορά = daily pool

θαλάσσια γεώτρηση = offshore drilling

ισότιμο περιβάλλον ανταγωνισμού = levelised field

καθαρή ισχύς μονάδας = net capacity

καθαρή ικανότητα μεταφοράς = net transfer capacity

κατάθεση ΛΑΓΗΕ (είσπραξη Συμμετέχοντα) για επιστροφή χρηματικού ποσού που είχε καταβάλει ο Συμμετέχοντας για Διόρθωση Θέσης = Position Correction Payment

κατάθεση ΛΑΓΗΕ (είσπραξη Συμμετέχοντα) για τη μείωση Χρηματικού Ποσού Εγγύησης = Cash Collateral Payment

κατάθεση ΛΑΓΗΕ (είσπραξη Συμμετέχοντα) για τον Εβδομαδιαίο Διακανονισμό Συναλλαγών του ΗΕΠ = Weekly Settlement Payment

κατάθεση ΛΑΓΗΕ (είσπραξη Συμμετέχοντα) για το Μηνιαίο Διακανονισμό Συναλλαγών = Monthly Settlement Payment

κατάθεση Συμμετέχοντα (είσπραξη ΛΑΓΗΕ) για τον Εβδομαδιαίο Διακανονισμό Συναλλαγών του ΗΕΠ = Weekly Settlement Collection

κατάθεση Συμμετέχοντα (είσπραξη ΛΑΓΗΕ) για την αύξηση Χρηματικού Ποσού Εγγύησης = Cash Collateral Collection

κατάθεση Συμμετέχοντα (είσπραξη ΛΑΓΗΕ) για Διόρθωση Θέσης = Position Correction Collection

κατάθεση Συμμετέχοντα (είσπραξη ΛΑΓΗΕ) για το Μηνιαίο Διακανονισμό Συναλλαγών = Monthly Settlement Collection

κατανομή πραγματικού χρονου (ΚΠΧ) = Real-Time Dispatch

κατάσταση εκκρεμών οικονομικών υποχρεώσεων = pending financial obligations

κόμβος διασύνδεσης = tie line

Κόστος Αποσυγχρονισμού (ή Συγχρονισμού) = Shut down Cost, Start up Cost

Κόστος Μηδενικού Φορτίου = No Load Cost

κριτήριο μέγιστης συμμετοχής = max criterion

Κώδικες Αγοράς Ηλεκτρισμού = Greek Grid and Exchange Codes

Κώδικας Διαχείρισης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ) = Grid Control Code for Electricity (GCCE) (see http://www.admie.gr/uploads/media/MANUAL_GLOSSARY_v5.0.pdf)

Κώδικας Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΣHE) = Power Exchange Code for Electricity (PECE) (see http://www.admie.gr/uploads/media/MANUAL_GLOSSARY_v5.0.pdf)

Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ&ΣΗΕ) = Grid Control and Power Exchange Code For Electricity (GCPECE)

Κωδικός Ταυτοποίησης Τραπεζικής Συναλλαγής = Bank Transaction ID

ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε. (ΛΑΓΗΕ) = OPERATOR OF ELECTRICITY MARKET S.A. (LAGIE S.A.)

λειτουργία τροφοδοτώντας μόνον τα βοηθητικά φορτία τους / κατάσταση τροφοδότησης μόνον των βοηθητικών φορτίων = house−load operation

λειτουργοί του συστήματος = dispatchers

Μητρώο Μονάδων = Unit Registry

Μητρώο Συμμετεχόντων = Register of Market Participants

μικτή παραγωγή = gross values

μικτός ακέραιος προγραμματισμός = mixed-integer programming

μονάδας αναφοράς = benchmark

παράδοση προκαθορισμένων ποσοτήτων ενέργειας, σε προκαθορισμένες τιμές και προκαθορισμένη χρονική περίοδο = over the Counter (OTC)

περιθώριο αξιοπιστίας μεταφοράς = transmission reliability margin

Actual Metering Point = Πραγματικό Σημείο Μέτρησης

προ-ημερήσια αγορά = Day-Ahead Market

πρόβλημα ένταξης Μονάδων = Unit commitment

πλωτά γεωτρύπανα = drilling ships

προ-ημερήσια αγορά = Day-Ahead Market

πρόγραμμα κατανομής = dispatch schedule

πρόγραμμα κατανομής σε πραγματικό χρόνο = real time discpatch

Προγραμματιζόμενος Λογικός Ελεγκτής = Programmable Logic Controller

προγραμματισμός στόχου = goal programming

προθεσμιακή αγορά = Forward Market

Προμηθευτής Καθολικής Υπηρεσίας = Universal Service Provider

Προμηθευτής Τελευταίου Καταφυγίου = Provider of Last Resort (POLR)

προσφορά έγχυσης = energy offer

προσωρινό έκτακτο κόστος κάλυψης = temporary extraordinary coverage cost

σημαία λειτουργίας Μονάδας = flag on-line

σταθερή πλατφόρμα = fixed platforms

συγχρονισμός / αποσυγχρονισμός μονάδων = unit commitment

Σύμβαση Συναλλαγών Διαχειριστή Συστήματος (Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας) = Power Transmission Operator Transactions Contract

Σύμβαση Συναλλαγών ΗΕΠ = DAS Transactions Contract

Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας (ΣΗΘ) = Cogeneration of Heat and Power

Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Αποδοτικότητας (ΣΗΘΥΑ) = HECHP

συμβατικοί πύργοι = compliant towers

Agreed Power (KVA) = Συμφωνηθείσα Ισχύς (KVA)

Συνολική Ικανότητα Μεταφοράς = Total Transmission Capacity

Συνολικό Ποσό Εισπράξεων = Amounts Collected, AC

Συντελεστής Απωλειών Μεταφοράς ή Συντελεστής Απωλειών Παραγωγής – GLF = Transmission Loss Factor

συντελεστές επιμερισμού του κόστους = cost allocation factors

Σύστημα Εκκαθάρισης ΗΕΠ = Market Settlement System

σύστημα υποβολής προσφορών και δηλώσεων ΗΕΠ = market management system

ταυτότητα του Συμμετέχοντα στο Υποσύστημα Εκκαθάρισης Συναλλαγών ΗΕΠ = MSS Participant ID

τιμή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας = feed-in-tariff

(ημι-)υποβρύχιες εξέδρες = (semi)submersible rigs

[Πλωτό] υγροποιημένο φυσικό αέριο (ΥΦΑ) = [floating] liquified natural gas (LNG) [FLNG]

υλοποιημένο πρόγραμμα καθαρών εξαγωγών = net export realized schedules

υποθαλάσσια συστήματα παραγωγής = subsea systems

Υπολογισμός Διόρθωσης Θέσης = Position Correction, PC

υποχρεωτικά νερά = mandatoty hydro injections

υποχρεωτική κοινοπραξία = mandatory pool

φορέας εκκαθάρισης ΗΕΠ = DAS settlement house

φορέας κάλυψης = coverage institution

φορτηγίδες διάτρησης = drilling barges

Φυσικά Δικαιώματα Μεταφοράς = Physical Transmission Rights

φυσικές διμερείς συναλλαγές = physical bilateral transactions

Χώρος Ελέγχου = Control Room

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως πιθανός τρόπος απόδοσης των εν λόγω αγγλικών εκφράσεων στα ελληνικά χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.

Posted in Uncategorized

Κτηματολόγιο – Cadastre

αποδεικτικό σηµείο = witness mark

αποτύπωση (1ης τάξης) = (class I) survey

αποτύπωση επαναπροσδιορισµού = redefinition survey

αρχικό γεωτεµάχιο = primary parcel

γεωτεµάχιο = parcel

Γραφείο Εγγραφής Τίτλων = Land Titles Office

καθορισµένο χαρακτηριστικό γνώρισµα = definite feature

Κτηματολογικό Γραφείο = Cadastral Office

μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο … = has been entered into the conveyance records of the Land Registry of …

όριο αρχικού γεωτεµαχίου = primary parcel boundary

σύνθετο σχέδιο – compiled plan

τοπογραφικό διάγραµµα = topographic diagram

υπολογισµένο σχέδιο = computed plan

Posted in Uncategorized

Μετάφραση Επισημείωσης από ελληνικά σε αγγλικά – Apostille translation from Greek to English

Apostille – Επισημείωση

Hague Convention of 5 October 1961

Σύμβαση της Χάγης της 5 Οκτωβρίου 1961

1.Χώρα

Country

Το παρόν δημόσιο έγγραφο

This public document

2. έχει υπογραφεί από

has been signed by

3. που ενήργησε με την ιδιότητα του/της

acting in the capacity of

4. φέρει τη σφραγίδα / επίσημα

bears the seal / stamp of the

Η βεβαίωση χορηγείται / Certified

  1. (τόπος) (place)                                 6. (ημερομηνία) (date)

7. από

by

8. με αριθμό

under number

9. Σφραγίδα / επίσημα                                           10.          Υπογραφή

Seal / Stamp                                                                      Signature

Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – CRIMINAL LAW TERMS

ανακριτής = examining magistrate

αντικειμενική υπόσταση = constituent elements of the offence

αξιολογική κρίση = value judgment

απολογητικό υπόμνημα = defence brief

Αριθμός Βιβλίου Εισερχομένων = Entries Registration Number

αυτουργός = principal

δόλος = wilful conduct (dolus)

εγκαλών = complainant

εικονικό τιμολόγιο = false invoice (fictitious)

ελαφρυντικές περιστάσεις = mitigating circumstances

ένορκη κατάθεση = sworn testimony

εξύβριση = insult

επίδικα (έργα κλπ) = disputed (works, etc.)

επίμαχα (τιμολόγια κλπ) = (invoices, etc.) at issue / concerned

ηθικός αυτουργός = instigator

μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος = whistleblower

περιουσιακό όφελος = profit

πλαστό τιμολόγιο = fake invoice

συκοφαντική δυσφήμηση = libellous defamation, slanderous defamation

συναυτουργός = accomplice

(άμεσος) συνεργός = (direct) accessory

(έμμεσος) συνεργός = (simple) accessory

Συμβούλιο Αρείου Πάγου = Council of Supreme Court Judges

Συμβούλιο Εφετών = Council of Appeal Court Judges

Συμβούλιο Πλημμελειοδικών = Council of Misdemeanours Judges

τιμωρείται με φυλάκιση = shall be liable to imprisonment for a term (not exceeding / of at least)

Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων = Three-member Court of Appeal for Felonies

Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ – SOCIAL SECURITY LAW TERMS

ΑΜΕ – Αριθμός Μητρώου Εργοδότη = Employer’s Registration Number

αναδοχή = foster care

ανοιχτή συζήτηση = panel discussion

(μη) ανταποδοτικού χαρακτήρα = of (non) contributory type

αποκατάσταση της ικανότητας των ατόμων = to re-establish the capacity of individuals

ασφαλιστικός φορέας = insurance body

ατομική επιχείρηση = sole proprietorship

Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) = Hellenic Confederation of Professionals, Craftsmen & Merchants (GSEVEE)

αναλυτικό καθολικό = subsidiary ledger

γεωρικές εργασίες = farming activities

διαδικασία αντιπαράθεσης = contradictory procedure

διαρκείς αδυναμίες = persisting weaknesses

διατροφή (συζύγου) = alimony (US) / maintenance (UK)

διατροφή (παιδιού) = child support

διαχειριστικές αρχές = managing authorities

διαχρονικά = over time

διευκολυντές = facilitators

δικαιούχος = beneficiary

εθνικό σύστημα υγείας = national health system

εκ περιτροπής = in rotation

ΕΚΑΣ  = Pensioners’ Social Solidarity Allowance

έκτακτες παροχές = bonuses

εκτοπισμένοι πρόσφυγες = displaced refugees

ελεύθερα επαγγέλματα = liberal professions

εμπορικές επιχειρήσεις = commercial enterprises

ενιαία παροχή = flat-rate benefit

εξωιδρυματικό επίδομα = extra-institutional benefit

επιγραμμική καταχώρηση δεδομένων = online data entry

επίδομα ανάδοχης φροντίδας = foster care benefit (allowance)

επίδομα ανεργίας = unemployment benefit (allowance)

επίδομα ενοικίου = rental allowance

επίδομα θέρμανσης = heating allowance

επίδομα στεγαστικής συνδρομής = housing assistance benefit

επίδομα τόκων στεγαστικού δανείου = support for mortgage interest

επιδοματική ενίσχυση = benefit support

επιλέξιμος / επιλεξιμότητα = eligible / eligibility

επιμέρους υπηρεσίες = individual services

επιτελική ομάδα = task force

επιτελικό όργανο = executing body

εργαζόμενος = worker

εργόσημο = labour ticket

εστίες καινοτομίας = hotbeds of innovation

έτη ασφάλισης = number of years insured

Ευρωζώνη = euro area

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) = European Economic and Social Committee (EESC)

Ευρωπαϊκό Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων = EBF

εφάπαξ βοήθημα = one-off aid

εφάπαξ καταβολή = one-off payment

εφαρμόζεται = to run [π.χ. το πρόγραμμα θα εφαρμοστεί για 1 χρόνο = the program will run for one year]

ηλικιωμένοι = the elderly

θέση σε διαθεσιμότητα = to put on suspension

θεωρημένο (προσηκόντως/δεόντως, νομίμως) έντυπο = (duly, legally) endorsed form

ιδιαιτερότητες του θεσμικού πλαισίου = specificities of the institutional framework

κατά περίπτωση = as appropriate

κατ’ οίκον επισκέψεις = on-site visits

κατηγοριακά προγράμματα = categorical schemes

κίνδυνος κοινωνικού αποκλεισμού = at risk of social exclusion

κινητικώς ανάπηροι = people with motor disabilities

κοινωνία των πολιτών = civil society

κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς = inclusive society

κοινωνικός αποκλεισμός = social exclusion

κοινωνική αντίληψη και αλληλεγγύη = social assistance and solidarity

κοινωνική μέριμνα και προστασία = social care and protection

κοινωνική πρόνοια = social welfare

(πρόγραμμα) κοινωφελούς εργασίας = charity work program

κύρια και επικουρική σύνταξη = main and supplementary pension

λειτουργικά στελέχη = operating managers

με στόχο τη διασφάλιση = with a view to ensuring

με τη μορφή = in the form of

μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης = measures of tax relief

μισθωτός = salaried employee

νοικοκυριά ορεινών περιοχών = households in mountainous areas

νοικοκυριά μειονεκτικών περιοχών = households in less-favoured areas

Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) = Economic and Social Committee (ESC)

οικονομική ενίσχυση (τακτική/έκτακτη) = financial support (regular/extraordinary)

οικονομικοί φορείς = economic operators

οργανικές μονάδες = organisational units

όρια της φτώχειας = poverty line

παροχές εισοδηματικής ενίσχυσης = income support benefits

παροχές σε είδος = benefits in kind

παροχές σε χρήμα = cash benefits

παροχή = benefit

παροχή δωρεάν υπηρεσιών = provision of free services

πελατειακές σχέσεις = patronage

ΠΕΠΑΕ – Πράξη Επιβολής Προστίμου Ακαταχώριστων Εργαζομένων = Fine for Unregistered Workers

κοινωνική πολιτειότητα = social citizenship

μίσθωση ή σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών = (independent) services agreement

πολυνομία = overregulation

πραγματικό εισόδημα = actual income

προγραμματικές συμβάσεις = programmatic agreements

προνοιακά επιδόματα = welfare benefits

Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης (Π.ΚΕ.Κ.) Αλλοδαπών = Pre-removal detention centres

στέγαση = housing

συγκριτική αξιολόγηση = benchmarking

συζήτηση ειδημόνων = expert talks

συνδρομή = assistance

σύνθετες δημογραφικές παροχές = composite demographic benefits

σύνταξη λόγω αναπηρίας = disability pension

σύνταξη λόγω γήρατος = age pension

σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας = social security and welfare system

Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας = Internal Security Fund, ISF

ταμείο κύριας ασφάλισης = main insurance fund

υπάλληλος = employee

υπερήλικες = senior citizens

φορέας υλοποίησης = implementing body / promoter

φροντίδα ατόμων = providing care to persons χορήγηση παροχών = granting benefits

ωφελούμενη μονάδα = recipient unit

Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – TAX LAW TERMS

άγαμος = unmarried

άδεια της αρμόδιας αρχής = permit from the competent authority

ανήλικο τέκνο = minor child

ανήλικα ορφανά από πατέρα και μητέρα = minor orphans with father and mother dead

ανιών = ascendant

αντικειμενικές δαπάνες = objective expenditure (expenses)

αντικειμενική αξία = (tax) assessed value

αντιστάθμισμα = offset

αντισταθμιστικός δασμός = counterveiling duty [απαλλάσσονται από * = are exempt from the *]

(καθορισμός) ανώτατες τιμές = (setting) price caps

αποδεικτικά έγγραφα = documentary evidence, supporting documents

απόδειξη (είσπραξης/πληρωμής) = receipt

απόδειξη λιανικής πώλησης = receipt for retail sales

Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών (ΑΠΥ) = services rendered receipt

Αρχή Διαπίστευσης της Ασφάλειας (ΑΔΑ) = Security Accreditation Authority (SAA)

Αρχή Πιστοποίησης = Certifying Authority

αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα = passenger cars for private use especially adapted for

βαθμός συγγένειας = degree of relationship

Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Δημοσίου Λογιστικού = Directorate-General for the Treasury and Public Accounts

γονέας που (δεν) ασκεί τη γονική μέριμνα = (non)custodial parent

γνώμη με επιφύλαξη = qualified opinion

δαπάνες μίσθωσης = rental expenses

(η) δαπάνη ορίζεται κλιμακωτά = (the) expense is fixed by applying a tax scale

δείγμα υπογραφής = specimen signature

δελτίο = slip

δελτίο αποστολής = consignment note

δελτίο ενδοδιακίνησης = requisition slip

Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών (ΔΠΥ) = Note for services rendered

δευτερεύουσα κατοικία = second home

δήλωση φορολογίας εισοδήματος = income tax return

δημοσιονομική πολιτική = fiscal policy

δημοσιονομικός έλεγχος = fiscal control (ΥΔΕ = Fiscal Control Service)

διατροφή = allowance/alimony

διατροφή τέκνου = child support

Διεθνές Συμβούλιο για τους Ενιαίους Απολογισμούς = International Integrated Reporting Council (IIRC)

διεύθυνση Λογαριασμών Δημοσίου = Directorate of Public Accounts

εγγεγραμμένος σε = registered with

εδάφιο = sentence

εισηγμένων στο χρηματιστήριο = publicly listed

εισοδήματα που αποκτήθηκαν από …. έως … = income obtained from … to …

εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ = annual VAT statement

εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση = overdue tax return

εκπρόθεσμη υποβολή = overdue filing (late submission)

Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων = Extraordinary special duty on Real Estate with Electric Service

έκτακτος φορολογικός έλεγχος = special tax audit

εμπορικές επιχειρήσεις = commercial undertakings

εξόφληση τόκων = redemption of interest

επί αποδόσει λογαριασμού = on accountability

επιβαρύνει υπερβολικά = entail an excessive burden (for)

επικυρωμένο αντίγραφο = certified copy

επιστροφή φόρου = tax refund

επιτηδευματίας = professional

(ελληνική) Eπιτροπή Aνταγωνισμού = Greek Competition Commission

επιχειρήσεις υπαγόμενες στις διατάξεις = enterprises falling under the provision of

επιχείρηση μεταπώλησης = resale business

εξαρτώμενα μέλη = dependent members

εξοχική κατοικία = vacation home

εξωϊδρυματικό επίδομα = extra-institutional benefit

επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση = vocational training or education

επιδόματα που χορηγούνται από το κράτος = benefits granted by the State

εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας = credit rating agencies

ΕΤΕπ (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων) = EIB (European Investment Bank)

Ευρωπαϊκό Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων (ΕΤΕΣ) = European External Borders Fund (EEBF)

Ευρωπαϊκό Ταμείο Επιστροφής = European Return Fund

Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΕ) = European Investment Fund (EIF)

θεωρημένο για το γνήσιο της υπογραφής = attested for signature authenticity

ίδιας ημερομηνίας = of even date

ιδιοκατοίκηση = owner-occupied housing

καταλογιστική πράξη = notice of assessment / assessment notice (act of imputation)

κατάσταση εξόδων = statement of expenses

κατοικία = residence, dwelling unit

ΚΕΠΥΟ = Ministry of Finance Information Processing Centre

κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας = custodian of vacant estate

κύρια κατοικία = principal home

κύρια επαγγελματική στέγη = principal place of business

Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας = Greek Citizenship Code

Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) = Transaction Tax Reporting Code

λειτουργικές δαπάνες = overheads

λόγω θανάτου = by reason of death

λογιστικές εγγραφές = accounting records

μεζονέτα = duplex apartment

Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής = Medium-Term Fiscal Strategy Framework

(οι) μετοχές διοχετεύτηκαν στο χρηματιστήριο = (the) shares were floated on the stock exchange

μη εξυπηρετούμενα δάνεια = non-performing loans

Μητρώο ανέργων = Unemployment register

μονοκατοικία = single-family detached home, single-detached dwelling

νοητική ή σωματική αναπηρία = intellectual or physical disability

ΟΑΕΔ = Manpower Employment Organisation

οικονομική πολιτική = fiscal policy

οικονομικό έτος = fiscal year

Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (ΟΠΣ) = Management Information System (MIS)

OTA = Local Self-Government Organisation

παραστατικό/παραστατικά = accounting source document(s) – voucher

παραχωρησιούχος = concessionaire

περιοδική δήλωση ΦΠΑ = periodic VAT statement

περιφερειακές ανισότητες = regional disparities

πιστωτικό τιμολόγιο = credit note

(επιφέρει) ποινικές κυρώσεις = criminal charges will be brought

πολυκατοικία = multi-dwelling, apartment building

πράξη του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής = Act of the Government Council on Economic Affairs

προνοιακό επίδoμα αναπηρίας = disability welfare benefit

συγγένεια εξ αίματος / εξ αγχιστείας = relationship by blood / by marriage

συγγενής εξ αίματος / εξ αγχιστείας = relative by consanguinity / by affinity

συγγενής πρώτου, δεύτερου, τρίτου βαθμού = relative within the first, second, third degree

σύζυγος = spouse

Σύμβαση Κοινών Όρων = Common Terms Agreement

συμβολαιογραφικό έγγραφο = notarial deed

σύμφωνη συγκατάθεση (σημ.: πλεονασμός, αλλά απαντάται στην πράξη) = like consent

Συμφωνία Ανάθεσης Επιχορήγησης = Grant Award Agreement

συναλλαγματικές ρήτρες = clauses in foreign currency

συνολικές δαπάνες = overall expenses

συνολικό εισόδημα = overall income

σύνταξη = pension

σύνταξη χηρείας = survivor’s pension

σωματική και νοητική αναπηρία = physical and intellectual disability

Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) = Hellenic Republic Asset Development Fund (HRADF)

τεκμαρτές δαπάνες = imputed/presumed expenses

τεκμαρτό εισόδημα = imputed/presumed income

τέλη εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης αερολιμένων = Airport Modernisation and Development Taxes

τιμολόγιο – τιμολόγιο πώλησης = invoice – sales invoice

ΤΜΗΜΑ Δ΄ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΟΣΟΛΗΨΙΩΝ ME E.E. = DEPARTMENT IV FOR MONETARY TRANSACTIONS WITH THE EU

τρέχουσα οικονομική κατάσταση = current financial condition

υπερανάληψη = overdraft

υπεύθυνη δήλωση = solemn declaration

υπέχω δική μου φορολογική υποχρέωση = incur my own tax obligation

Υπηρεσία Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (ΥΔΕΑΠ) = European and Development Programs Division (EDPD)

υπηρετώ στρατιωτική θητεία = (to) serve the military duty

υποβάλλω φορολογική δήλωση = to file a tax return

υπολογίζεται από το έτος πρώτης κυκλοφορίας = it is calculated as of the first year of circulation

υπολογισμός προστίμων = (method of) setting fines

υπόχρεος = income tax payer – contributor

φοιτούν σε πανεπιστήμια ή σχολές = attend faculties or schools

φορέας (διεθνής ή ημεδαπός) = body, entity, institution (international or national)

φορολογητέο εισόδημα = taxable income

φορολογική δήλωση (υποβάλλω) = tax return (to file)

φορολογική κατοκία στην αλλοδαπή = tax home abroad

φορολογούμενος = taxpayer

Φόρος Ακίνητης Περιουσίας = Real Property Tax

φυσικό πρόσωπο / νομικό πρόσωπο / νομική οντότητα = natural person / legal person / legal entity

χαρτόσημο / τέλη χαρτοσήμου = stamp duty

χηρεία = survivorship

χρηματικό ένταλμα πληρωμής = cash payment order

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως πιθανός τρόπος απόδοσης των εν λόγω αγγλικών εκφράσεων στα ελληνικά χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.
Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – MARITIME LAW TERMS

Agreed charter party = Συμφωνημένο ναυλοσύμφωνο

Adjuster = Ρυθμιστής

Adopted charter party = Αποδεκτό ναυλοσύμφωνο

Average = Αβαρία

Backhaul voyages = Έμφορτα ταξίδια επιστροφής

Ballast distance = Άφορτη διανυθείσα απόσταση

Blockade = Ναυτικός αποκλεισμός

Booking note = Σημείωμα κράτησης

Bulk cargo = Χύδην φορτίο

Bulk shipping market = Αγορά χύδην φορτίων

Certificate of origin = Πιστοποιητικό προέλευσης

Charter by demise – Bareboat charter = Ναύλωση γυμνού πλοίου

Charter party = Ναυλοσύμφωνο

Charterer = Ναυλωτής

Charterparty bill = Φορτωτική ναυλοσυμφώνου

Chartering broker = Ναυλομεσίτης

Claused bill of lading = Εσφαλμένη φορτωτική

Code of Private Maritime Law = ΚΙΝΔ, Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου

Combined Carrier Market = Αγορά Πλοίων Μικτού Φορτίου

Commercial set = Εμπορικός φάκελος

Consecutive voyages charter = Ναύλωση συνεχών ταξιδίων

Containership Market = Αγορά Πλοίων Εμπορευματοκιβωτίων

Containerised cargo = Φορτίο σε εμπορευματοκιβώτια

Contract of affreightment (CoA) = Ναύλωση εργολαβικής μεταφοράς

Contracts of carriage = Συμβόλαια μεταφοράς

Demurrage = Επισταλία

Despatch = Αποστολή, Επίσπευση

Distinctive number or letters = Διεθνές Διακριτικό Σήμα

Documentary credit = Πιστωτικός τίτλος

Drum = Βαρέλι

Dry Bulk Cargo Market = Αγορά Χύδην Ξηρού Φορτίου

First voyage loading range = Γεωγραφικές περιοχές φόρτωσης για το πρώτο ταξίδι

Five major bulks = Πέντε κύρια χύδην ξηρά φορτία

Floating construction = Πλωτό ναυπήγημα

Free In and Out (FIO) = Ελεύθερο εξόδων φόρτωσης και εκφόρτωσης

Freight forwarder = Διαμεσολαβητής φορτίου

Freight = Ναύλος

Frustration of the charter party = Ματαίωση ναυλοσυμφώνου

General Average allowance = Επίδομα γενικής αβαρίας

General average security = Εξασφαλίσεις αβαρίας

General cargo = Γενικό φορτίο

General Cargo Market = Αγορά Γενικού Φορτίου

Gross registered tonnage (grt) = Ολική χωρητικότητα 

Gross tonnage = Κόρος

Heavy and awkward cargo = Βαριά και δυσκίνητα φορτία

Hire = Μίσθωμα

Hull underwriter = Ασφαλιστής (πλοίου)

Hull underwriter surveyor = Επιθεωρητής ασφαλιστών (πλοίου)

Hybrid charters = Μικτές ναυλώσεις

Interruption of charter = Διακοπή της ναύλωσης

Last voyage discharge range = Γεωγραφικές περιοχές εκφόρτωσης για το τελευταίο ταξίδι

Laytime – Laydays = Σταλίες

Letter of credit = Ενέγγυα πίστωση

Liberty clause = Ρήτρα παρεκκλίσεως

Lien = Επίσχεση

Lightening = Εκφόρτωση με φορτηγίδες

Liner service = Τακτική γραμμή

Liner ship = Δρομολογημένο πλοίο

Liner shipping market = Αγορά γραμμών

Liquid Bulk Cargo Market = Αγορά Χύδην Υγρού Φορτίου

Liquid cargo = Υγρό γενικό φορτίο

Liquid bulks = Υγρά χύδην φορτία

Loading port = Λιμάνι φόρτωσης

Loading and discharge operations = Διαδικασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης του φορτίου

Loose cargo / Break bulk cargo = Μη μοναδοποιημένο γενικό φορτίο

Manning = Επάνδρωση

Minor bulks = Δευτερεύοντα χύδην ξηρά φορτία

Net registered tonnage (NRT) = Καθαρή χωρητικότητα

Newbuilding vessels = Νεότευκτα πλοία

No cure, no pay = Όχι διάσωση, όχι πληρωμή

Non demise charter = Ναύλωση μη γυμνού πλοίου

On deck claused bill of lading = Έκδοση φορτωτικής όταν το φορτίο είναι φορτωμένο στο κατάστρωμα του πλοίου

Palletised cargo = Φορτίο σε παλέτες

Period t/c = Περιοδική χρονοναύλωση

Port of Registry = Λιμάνι Νηολόγησης

Receiver / Consignee = Παραλήπτης φορτίου

Reefer vessel = Πλοίο-ψυγείο

Reefer container = Εμπορευματοκιβώτιο-ψυγείο

Reefer Market = Αγορά Πλοίων Ψυγείων

Refrigerated cargo = Κατεψυγμένο φορτίο

Repossession = Ανάκτηση πλοίου

RO/RO Market = Αγορά Πλοίων RO/RO

Round voyage t/c = Χρονοναύλωση κυκλικού ταξιδίου

Said to be (STB) = Λέγεται ότι είναι

Salvage = Διάσωση

Ship broker = Μεσίτης πλοίου

Shipowner = Eκναυλωτής

Shipper = Φορτωτής

Shipping agent = Ναυτικός πράκτορας

Short ballast voyages = Βραχυπρόθεσμα ταξίδια υπό έρμα

Space charter = Μερική ναύλωση

Special Cargo Market = Αγορά Ειδικών Φορτίων

Specialised dry cargoes = Εξειδικευμένα ξηρά φορτία

Spot market = Βραχυχρόνιες ναυλώσεις

Standard form of charter party = Τυποποιημένη μορφή ναυλοσυμφώνου

State of the market for chartered tonnage = Γενικό επίπεδο ναύλων

Stevedore damages = Ζημιές στοιβαδόρων

Sublet (relet) = Υποναύλωση

Tramp service = Ελεύθερη Θαλάσσια Μεταφορική Υπηρεσία

Tank = Δεξαμενή

Time charter = Χρονοναύλωση / Ναύλωση κατά χρόνο

Tramp = Πλανώμενο πλοίο

Trip t/c = Χρονοναύλωση ταξιδίου

Tugboat = Ρυμουλκούμενο πλοίο

Unloading port = Λιμάνι εκφόρτωσης

Voyage charter = Ναύλωση κατά ταξίδι/πλουν

Whole charter = Ολική ναύλωση

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως πιθανός τρόπος απόδοσης των εν λόγω αγγλικών εκφράσεων στα ελληνικά χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.
Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ & ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – CIVIL & COMMERCIAL LAW TERMS

αγωγή απαράδεκτη, αόριστη, αβάσιμη και αναληθής = statement of claim inadmissible, vague, unfounded and untrue

αδιαίρετος = indivisible

αιτία ενεχύρου = by way of a pledge

(καταγγελία) αζημίως και για τα δύο μέρη = (termination) without either party incurring any liability

αμελλητί = without delay

(με) αμοιβαία συμφωνία = (by) mutual agreement

αμφίδρομο λογισμικό πολυμέσων =  interactive multimedia software

αμφισβητείται = is called into question

αναβλητική αίρεση = condition precedent

αναγκαστική διαχείριση = compulsory administration

αναγνωριστική απόφαση = declaratory judgment

αναγνωριστικό αίτημα = request for declaratory judgment

αναδιάρθρωση χρέους = debt restructuring

Ανακοίνωση της Επιτροπής = Communication from the Commission

αναλαμβάνω υποχρέωση = (to) assume an obligation, undertake

ανάλυση των επιχειρησιακών διαδικασιών = Business Process Analysis

αναπληρωματικό μέλος = alternate member

αναπληρωτής διευθυντής = Deputy Director

short selling = ανοικτές πωλήσεις

ανταπόδειξη = counterevidence

αντίγραφα = counterparts

αντικειμενική ευθύνη = strict liability

Αντιπραγματισμός = Barter Agreement

αντιπροσωπευτικό έγγραφο = typical document

αντιπρόσωπος (σύμβαση διανομής) = dealer

αντίτυπα = original copies

ανυπαίτιος = non-fault-based

Ανώνυμη Εταιρεία = Société Anonyme

Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία = Trading and Industrial Co. S.A.

απαρτίζεται από = (to be) composed of

απευθύνω καταγγελίες εναντίον = (to) lead complaints against

απογραφή = inventory, census

αποδίδω = ascribe

αποδυναμώνεται = (to be) watered down

αποδοχή προϊόντων εγκλήματος = acceptance of stolen goods

αποκατάστασης της ηθικής της βλάβης = recovery of moral damage

αποπολιτικοποίηση της Δημόσιας Διοίκησης = to depoliticise public administration

απόσβεση ζημιών = to absorb losses

αποχρών λόγος = due cause

ΑΔΑ (Αριθμός Διαδικτυακής Ανάρτησης) = Online Publication Number

απουσιάζουν ή διαφωνούν = absent or dissenting

αρμόδια φορολογική αρχή = competent tax authority

αστική εταιρεία = civil company

ασφαλιστικά μέτρα = injunctive / interim measures

αυξημένο αποδεικτικό κύρος = increased acknowledgement of validity

αυτούσια μεταβίβαση = recovery in kind

αυτεπάγγελτη έρευνα = ex officio investigation

βέλτιστες πρακτικές = best practices

γενεσιουργός λόγος = proximate cause

γενικές αρχές ασφάλειας και αναλογικότητας = principles of legal certainty and proportionality

γενική συγγραφή υποχρεώσεων = general specifications

in the interest of clarity = για λόγους σαφήνειας

για τη νόμιμη σήμανσή του και την έκδοσή του κατά τη σειρά της παραγγελίας του = for its legal stamping and issuance as per order priority

γνωμοδότηση = legal opinion

γραμμάτιο δικηγορικής αμοιβής = note of lawyer fees

δεδομένου ότι υπάρχει απαρτία (για πρακτικά συνεδριάσεων ΓΣ και ΔΣ) = given that there is a quorum

δεσμεύομαι έναντι = (to) be committed towards

δεσμεύω/δεσμευτικός = (to) bind/be binding upon

δήλωση βούλησης = declaration of intent

διακομιστής επί γραμμής = online server

διακριτικό γνώρισμα = distinguishing feature

διακριτικό σημείο = distinctive sign

διαλογική συζήτηση = deliberation

διαλυτική αίρεση = condition subsequent

διαπίστωση της απαξίας της συμπεριφοράς = (to) establish misconduct

διατυπώσεις = formalities

διεκδικητική αγωγή = action of replevin

διεξάγω δραστηριότητες = carry out activities

Διεύθυνση Προσωπικού = Human Resources Division/Department

δικαιόγραφο = document of title

δικαίωμα υπογραφής = signing authority

δικαστικό ένσημο = judicial stamp duty

δικαστικό τεκμήριο = judicial presumption

Διοικητική Επιτροπή Σημάτων = Administrative Committee for Trade Marks

διπλότυπο είσπραξης = duplicate receipt

έγγραφα εισαγωγικά της δίκης = documents instituting the proceedings

έγγραφα και απαραίτητα δικαιολογητικά = paperwork, documentation

εικαζόμενη παράβαση = supposed infringement

εκ παραδρομής = owing to a clerical error

έκθεση επίδοσης = certificate of proof of service by bailiff

εκπληρώνω υποχρέωση = (to) fulfil an obligation

εκ των προτέρων αθέτηση = anticipatory breach

εκπλήρωση υποχρεώσεων = (to) discharge/fulfil obligations, (to) comply with obligations

εκποίηση = divestiture

εκτελεστικός διευθυντής = Executive Director

εκφώνηση της υπόθεσης = calling of the case

εκχώρηση = assignment

έλαβε γνώση = took note of

ελευθεριότητα = gratuity

εμπορικά συμφέροντα = trade interests

εμπορικός αντιπρόσωπος = commercial agent

εμπράγματη ασφάλεια = lien

έναντι πληρωμής = in return for payment

έναντι συνολικού τιμήματος = for a total of (e.g. EUR …)

Έναντι Φορτωτικών Εγγράφων (Τοις Μετρητοίς) = Sight Documentary Collections

Έναντι Φορτωτικών Εγγράφων (Επί Προθεσμία) = Time Documentary Collections

εναρμονισμένη πρακτική = concerted practice

ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς = economic operators concerned

Ενέγγυα Πίστωση = Letter of Credit

ενεργειακός συμψηφισμός = net-metering

ενεργητική νομιμοποίηση = standing to sue

εννοιολογικοί προσδιορισμοί = definitions

ένορκη βεβαίωση = affidavit

ένορκη κατάθεση = sworn testimony

ενοχή (αστικό δίκαιο) = obligation (civil law)

ενσωματώθηκε (Οδηγία ΕΕ), ενσωμάτωση (Οδηγίας ΕΕ) = transposed, transposition

Ενταύθα (στο τέλος επικοινωνίας/εγγράφου) = In town

εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγένεια = blood relationship of kinship or a relationship by marriage

εξ αδιαθέτου διαδοχή = intestacy

εξ αδιαθέτου κληρονόμος = intestate heir

εξαιρετέα ημέρα, εξαιρετέες ημέρες = exempted day, exempted days

εξορθολογισμός = to streamline

εξωσυμβατική ενοχή, εξωσυμβατικές ενοχές = non-contractual obligation(s)

επαγγελματική εκπαίδευση, κατάρτιση, δεξιότητες = vocational education, training, skills

επαναληπτική γενική συνέλευση = adjourned general meeting

επαχθής αιτία = pecuniary consideration

επείγουσες περιστάσεις = exigent circumstances

επεξεργασία και αξιοποίηση = processing and utilisation

επιβολή κανόνων – enforcement of rules

επίδομα = allowance / benefit

επιζήμιος = prejudicial

επικαλούμαι εκ νέου = (to ) cite again

επιλαμβάνονται ζητημάτων που άπτονται = (to) address issues related to

επιστολή εξασφάλισης = comfort letter

(αντίστοιχο) επιτόκιο οθόνης = (applicable) screen rate

επιστολή πρόθεσης = letter of intent

Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Ελληνικής Βουλής = Hellenic Parliament’s Committee on Institutions and Transparency

Επιτροπή Τραπεζικής Τεχνικής και Πρακτικής του ΔΕΕ = ICC Commission on Banking Technique and Practice

εργολήπτης = contractor

έργω ή λόγω = act or utterance

εσωτερικές διαδικασίες = internal procedures

εσωτερικός κανονισμός = by-laws

εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) = limited liability company  (LLC)

εταιρεία συμμετοχών = holding company

ετερρόρυθμη εταιρεία = limited partnership

ευθύνη με υπαιτιότητα = fault-based liability

ευρετηριάζω = (to) index

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound) = European Foundation for the improvement of living and working conditions (Eurofound)

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP) = European Centre for the Development of Vocational Training (CEDEFOP)

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA) = European Agency for Safety and Health at Work (EU-OSHA)

εφαρμοστέο δίκαιο = choice of law

εφεξής αποκαλουμένων από κοινού = jointly referred to hereinafter as

εχέγγυα πίστωση = credit guarantee

εχέγγυος προκαταβολή = guarantee deposit

έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στη σύμβαση = shall have the meaning ascribed to them in the agreement

ζημιογόνα γεγονότα = events giving rise to damage

ζημιογόνος = loss-making

η με ημεροχρονολογία ../../…. επιστολή σας = your letter dated ../../….

ημερήσιες καταθέσεις = overnight deposits

θα τεθεί σε ισχύ = it shall enter into force

θεσμικά όργανα = institutions

θετικό διαφέρον = positive interest

θα θεωρηθεί έκπτωτος = (to be) deemed to be in default

θιγμένος = aggrieved

ιδιωτικός βίος = privacy

ικανότητα διαδίκου = standing to sue

ιστορικό = background / the matter under consideration

καθίστανται απαιτητά = fall due

Καθοδηγητική Επιτροπή = Steering Committee

καλή πίστη = good faith

καλύπτω / φέρω τα έξοδα = (to) bear the costs

Κανονισμός Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού = Competition Commission’s Rules of Internal Procedure and Management

Κανονιστική Συμμόρφωση = Compliance

κατά γράμμα = to the letter

κατ’ αποκοπή = lump sum

κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω = notwithstanding the above

κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντων διατάξεων = the delegated provisions adopted pursuant thereto

κατά περίπτωση = as the case might be, where appropriate, as appropriate, where relevant

κατά τα λοιπά = as to the remainder

κατά τη διακριτική τους ευχέρεια = at their discretion

καθίσταται ληξιπρόθεσμο = to fall due

κατανομή εσόδων = application of proceeds

καταψηφιστική απόφαση = decision for performance

κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς = guidelines on vertical restraints

κατηγορούνται ότι ενεπλάκησαν = (to) be reportedly a part of

κέντρα φιλοξενίας = accommodation centres

κεφαλαιοδότηση = funding

κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας = custodian of vacant estate

κίνδυνος σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό = likelihood of confusion on the part of consumers

κινητό πράγμα = movable property

κοινά έργα = joint projects

κοινοπραξία = joint venture (JV), consortium

κοινός νομοθέτης = ordinary legislator

κοινωνικοί εταίροι = social partners, management and labour

κτηματολογική πράξη = land registry deed

λογοδοτώ = (to be) accountable to

λόγω έκτακτης ανάγκης = because of urgency

λόγω της βαρύτητας = due to the importance

με απόσπαση στο γραφείο του/της = (be) on secondment to the office of

μείζων σκέψη = basic premise

μερισματαποδείξεις = coupon-dividend

μεταγενέστερη νομοθεσία = change in law

μεταγραφή = conveyance

μη εγκατεστημένες νομικές μονάδες = non-resident legal units

Μη υπάρχοντος άλλου θέματος προς συζήτηση = There being no other item on the agenda

Μονοπρόσωπη ΕΠΕ (ΜΕΠΕ) = Single Member Limited Liability Company (SMLLC)

Νομική Υπηρεσία = Legal Department

Νομικό Συμβούλιο του Κράτους = Legal Council of State

νόμιμο ενέχυρο = statutory pledge

νόμιμος τίτλος = legal title

νομίμως εκπροσωπούμενου/ης = legally represented

νομίμως θεωρημένα = duly endorsed

Ν. 2472/1997 «Περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων» = Law 2472/1997 on the protection of. individuals with regard to the processing of personal data

Ο κάτωθι υπογεγραμμένος …… διά της παρούσης βεβαιώνω = I, the undersigned ……, hereby certify

ομολογιακό δάνειο = bond loan

ομόρρυθμη εταιρεία = general partnership

οπισθογράφηση, έγκριση = endorsement

οπισθογραφώ, εγκρίνω = endorse

οπτικά και ηχητικά πανομοιότυπο = visually and phonetically identical

όπως (κάθε φορά) ισχύει = as in force (from time to time)

όπως προβλέπεται από το νόμο = as provided for by law

οργανωμένη αγορά = regulated market

ορθές πρακτικές = good practices

οριστική απόδειξη = conclusive proof

παραίνεση = exhortation

παρέκταση αρμοδιότητας = prorogation of Jurisdiction

παθητική νομιμοποίηση = standing to be sued

παθητική ομοδικία = joinder of defendants

Πάρεδρος = Associate Judge

περίοδος τοκισμού / περίοδος υπολογισμού  = interest period

περιστατικό = occurrence

πίνακας διαθέσεως αποτελεσμάτων = appropriation account

πιστωτική εγγυητική επιστολή = stand by letter of credit

πληθώρα = a host of

πολιτικώς ενάγων (δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής) = civil claimant

πόντιση καλωδίων = cable laying

(το) πραγματικό του άρθρου … = the factual requirements of Article …

πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης δικαστηρίου = transcript of the public hearing of the court

πρακτικά που τηρήθηκαν με το σύστημα της φωνοληψίας = audio-recorded transcripts

πράξη = instrument, act, deed

πράξη μεταγραφής = deed of conveyance

προγράμματα διαχείρισης = management plans

προϊόν της εκκαθάρισης = proceeds of liquidation

προϊοντική πολιτική = product policy

προκαταβολή = advance payment

προκαταβολή φόρου = payment on account of tax

πρόσθετη παρέμβαση / προσθέτως παρεμβαίνων = permissive intervention / permissive intervenor

προσθήκη αντίκρουση = addendum in rebuttal

προσφυγή σε δικαστικές ενέργειες = resort to litigation

προστατευόμενο αγαθό = protected right

προτάσεις = pleadings

πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής = certificate of delivery and acceptance

προφανώς αβάσιμος = manifestly ill-founded

πτωχευτικός συμβιβασμός = composition

ρήτρα εγγύησης (σε σύμβαση αντιπροσωπείας) = ρήτρα delcredere

ρήτρα εγκυρότητας = salvation clause

σε συνεχή βάση = on an ongoing basis

σε σχέση με = in respect of, with respect to, as regards

σκόπιμο = advisable

Σταυροειδής πρόωρη εξόφληση = cross acceleration

στελεχιακό/ανθρώπινο δυναμικό = human resources

συμβάν = incident

Σύμβαση για τη Μελέτη, Προμήθεια και Κατασκευή = EPC contract

Συμβολαιογράφος = Notary (Notary Public is a public servant hence the term cannot be used with reference to Greek Notaπαρries)

συμπληρωματικότητα = complementarity

σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) = Public-private partnership (PPP)

συμφωνητικό σύμπραξης (δημοσίου-ιδιωτικού τομέα) = (Public Private) Partnership Agreement

σύμφωνος = in line with

συναλλακτικά ήθη = trade practices

συναρμόδιες υπηρεσίες = co-responsible agencies/services

συνεργασίες = partnerships

συνοδευτική επιστολή = cover letter

συνυποσχετικό = arbitration agreement

τακτική διαδικασία = ordinary proceedings

Τ.Α. – Τμήμα Ασφαλείας = Security Department

τεχνογνωσία = know-how

τεχνολογικές υπηρεσίες σε σχέση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές = engineering services in connection with computers

τιμή διάθεσης (μετοχών) = subscription price

τιμολογιακή πολιτική = pricing policy

τιμολόγιο = invoice

τοκομερίδια = coupons

τόκος επιδικίας = statutory litigation interest

(για την) υλοποίηση των στόχων = (to) implement the objectives

υλοποίηση και παρακολούθηση = implementation and follow up

υπαίτια πράξη = fault-based act

υπαίτιος της αδικοπραξίας  = tortfeasor

υπάλληλος με οργανική θέση = officer occupying a permanent post

υπεύθυνος επεξεργασίας (προσωπικών δεδομένων) = controller

Υπηρεσία Σημάτων = Trademark Office

υπηρεσίες επί γραμμής = on-line services

υπό ευρεία έννοια = in a broad sense

υποβολή αναφορών = reporting

υποκατάσταση = subrogation

υποχρέωση πίστης = fiduciary duty

ύψους περί τα = which amounts to some (e.g. EUR …)

φυτοτεχνική μελέτη αποκατάστασης = agricultural rehabilitation study

φωνοληψία = voice recording

χρηματόγραφα = securities

χρηματοδότης = finance party

χρηματοοικονομικές πράξεις = financial operations

χρηματοπιστωτικά μέσα = financial instruments

χωροταξικός σχεδιασμός = land use planning

(the) meeting is closed = λύεται η συνεδρίαση

(the) Members of the BoD met=  τα μέλη του ΔΣ συνήλθαν σε συνεδρίαση

Memorandum of Understanding (MoU) = Μνημόνιο Κατανόησης, πρωτόκολλο συναντίληψης

minor = ανήλικος

Minutes = Πρακτικό / Πρακτικά

mortgage = υποθήκη

must be complied with = πρέπει να τηρείται/τηρούνται

notarial deed = συμβολαιογραφική πράξη

(to) observe / comply with a term = τηρώ όρο

occupancy = κατοχή

of legal age, adult = ενήλικος

offshore company = υπεράκτια εταιρεία

on behalf of = για λογαριασμό τού

on the reverse = στην πίσω πλευρά (του εγγράφου, π.χ. για τους όρους συναλλαγών)

on the same day = αυθημερόν

Ordinancy of the judge = διάταξη δικαστή

parental donation = γονική παροχή

personal easement = προσωπική δουλεία

possession = νομή

(έχω) προσφύγει = (to) have brough the dispute to the

prescriptive acquisition of ownership = κτητική παραγραφή

Private Company (PC) = Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)

proforma = προτιμολόγιο

ready access = άμεση πρόσβαση

real easement = εμπράγματη δουλεία

redemption = εξώνηση

rider = συμπλήρωμα, πρόθεμα (συναλλαγματικής)

rights and obligations = δικαιώματα και υποχρεώσεις

(to be) subject to availability = προϋποθέτει τη διαθεσιμότητα

sole Item on the agenda = μοναδικό θέμα ημερήσιας διάταξης

successor = καθολικός διάδοχος

assign = ειδικός διάδοχος

suspension of payments = παύση πληρωμών

terms and conditions (Ts and Cs) = όροι και προϋποθέσεις

trover lawsuit (replevin) = διεκδικητική αγωγή

trustee in bunkruptcy = σύνδικος πτώχευσης

(the BoD) unanimously resolves = (το ΔΣ) αποφασίζει ομόφωνα

unless otherwise agreed = εάν δεν συμφωνηθεί διαφορετικά/άλλως

unless otherwise permitted = εκτός εάν επιτρέπεται διαφορετικά

upon prior written consent = υπό την προϋπόθεση προηγούμενης έγγραφης συναίνεσης

upon request of the interested party = κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου μέρους

usucaption (ordinary/extraordinary) = χρησικτησία (τακτική/έκτακτη)

waive the right (of/to) = παραιτούμαι από το δικαίωμα

waste management = διαχείριση αποβλήτων

water management = διαχείριση υδάτων

with immediate effect = με άμεση ισχύ

with its registered seat (office) in = η οποία εδρεύει (για εταιρείες)

written notification = έγγραφη ειδοποίηση

Το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου και του εν γένει περιεχομένου του ιστολογίου Greek Law in English σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική, επαγγελματική ή άλλης μορφής συμβουλή ούτε πρέπει να ερμηνευτεί ως τέτοια, παρέχεται ως πιθανός τρόπος απόδοσης των εν λόγω αγγλικών εκφράσεων στα ελληνικά χωρίς εγγύηση αρτιότητας, πληρότητας, ακρίβειας, καταλληλότητας, έλλειψης λαθών και ο επισκέπτης του ιστολογίου Greek Law in English αναλαμβάνει την ευθύνη διασταύρωσης όλου του περιεχομένου με όποιο τρόπο κρίνει πρόσφορο, με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη.

Posted in ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Η χρήση του ‘shall’

Η χρήση του ‘shall’ στη σύνταξη νομικών κειμένων ήταν από τα πρώτα θέματα που τέθηκαν υπό αμφισβήτηση στα πλαίσια της προσπάθειας εκσυγχρονισμού της σύνταξης νομικών κειμένων στα αγγλικά. Η χρήση του θεωρείται από τους υποστηρικτές της απλής αγγλικής όχι μόνο περιττή αλλά και ακατάλληλη, δεδομένου ότι έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαμάχης ως προς την ακριβή έννοια στα νομικά ή νομοθετικά κείμενα. Αντ’ αυτού προτείνεται η χρήση του ‘must’, στην περίπτωση που πρέπει να υποδηλωθεί υποχρέωση προς πράξη ή παράλειψη, ενώ όταν γίνεται αναφορά σε μελλοντική πράξη ή παράλειψη το ‘will’ προτιμάται ως πιο ακριβές.

Posted in ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΥΦΟΣ